Η αποτυχία των συνομιλιών ΗΠΑ–Ιράν στο Ισλαμαμπάντ αφήνει εύθραυστη την εκεχειρία και επιδεινώνει την ήδη ασφυκτική καθημερινότητα των Ιρανών. Η οικονομική καταστροφή, η ανεργία και η απομόνωση πιέζουν το καθεστώς να κρατήσει ανοιχτό το διπλωματικό παράθυρο.
Η κατάρρευση των απευθείας συνομιλιών Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στο Ισλαμαμπάντ, οι υψηλότερου επιπέδου επαφές μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, σήμανε ένα σοβαρό πλήγμα στις ελπίδες για σταθερή ειρήνη. Παρά την προσωρινή εκεχειρία έως τις 22 Απριλίου, το χάσμα μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης παραμένει βαθύ, ενώ οι συνέπειες γίνονται πλέον αφόρητα ορατές στην καθημερινότητα των απλών Ιρανών.
Διπλωματικό αδιέξοδο και εσωτερικές αντιφάσεις στην Τεχεράνη
Οι συνομιλίες στο Πακιστάν παρουσιάστηκαν ως δοκιμασία για το αν η εύθραυστη εκεχειρία θα μπορούσε να αποτελέσει γέφυρα για μια πιο μόνιμη συμφωνία. Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος JD Vance χαρακτήρισε την πρόταση της Ουάσιγκτον «τελευταία προσφορά», την οποία Ιρανοί αξιωματούχοι απέρριψαν ως «υπερβολική» και «ανεδαφική».
Σύμφωνα με τον σκληροπυρηνικό βουλευτή Μαχμούντ Ναμπαβιάν, η αμερικανική πλευρά φέρεται να ζήτησε μερίδιο από τα έσοδα του Στενού του Ορμούζ, απομάκρυνση του 60% εμπλουτισμένου ουρανίου και 20ετή παύση του ιρανικού εμπλουτισμού. Αν και οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν ανεξάρτητη επιβεβαίωση, αποτυπώνουν την ταχύτητα με την οποία οι σκληροπυρηνικοί επιχειρούν να πλαισιώσουν τη διαπραγμάτευση ως ταπεινωτική υποχώρηση.
Πιο μετριοπαθής ήταν ο πρόεδρος της Βουλής, Μοχάμεντ Μπαγέρ Καλιμπάφ, ο οποίος υπογράμμισε ότι η Τεχεράνη προσήλθε «με καλή θέληση», αλλά χωρίς εμπιστοσύνη «στην άλλη πλευρά» λόγω των προηγούμενων πολέμων. Η διττή αυτή γλώσσα αποκαλύπτει το εσωτερικό ρήγμα: ένα τμήμα του καθεστώτος επιδιώκει να κρατήσει ανοικτό το παράθυρο της διπλωματίας, ενώ οι σκληροπυρηνικοί φοβούνται το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε συμφωνίας.
Οικονομική ασφυξία και κοινωνική φθορά για τους Ιρανούς
Πίσω από τους διπλωματικούς ελιγμούς, η πραγματική πίεση ασκείται στο εσωτερικό του Ιράν. Έξι εβδομάδες βομβαρδισμών έχουν πλήξει υποδομές, βιομηχανία και ενεργειακές εγκαταστάσεις, οδηγώντας σε μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας. Εργαζόμενος σε εταιρεία συνδεδεμένη με τη Mobarakeh Steel περιγράφει εργοστάσιο που τέθηκε εκτός λειτουργίας μετά από πλήγμα, με τα τμήματα πωλήσεων να αδειάζουν και μόνο το λογιστήριο να παραμένει σε λειτουργία.
Άλλοι κάτοικοι της Τεχεράνης μιλούν για «βαθιά οικονομική κατάρρευση», με «εκατοντάδες χιλιάδες» ανέργους και βασικά αγαθά να γίνονται απλησίαστα. Η εκτίναξη των τιμών τροφοδοτεί την κοινωνική δυσαρέσκεια που είχε ήδη εκφραστεί με μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις νωρίτερα μέσα στο έτος. Η φράση «ένα προϊόν που δεν μπορεί να αγοραστεί είναι άχρηστο» συμπυκνώνει την απόγνωση μιας κοινωνίας όπου η θεωρητική παραγωγή δεν μεταφράζεται πλέον σε πραγματικό βιοτικό επίπεδο.
Την κατάσταση επιδεινώνει το εκτεταμένο μπλακάουτ στο διαδίκτυο από την έναρξη του πολέμου, που πλήττει ελεύθερους επαγγελματίες, μικρές επιχειρήσεις και την επικοινωνία οικογενειών. Η κοινωνία, όπως σημειώνουν Ιρανοί συνομιλητές, βρίσκεται σε «βαθιά οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση».
Κίνδυνος κλιμάκωσης με τον ναυτικό αποκλεισμό και ο ρόλος της περιοχής
Παρά τις απειλές της Τεχεράνης ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει το Στενό του Ορμούζ ως μοχλό πίεσης, ο στρατηγικός αυτός άξονας έχει γίνει ακόμη πιο επικίνδυνος πεδίο αντιπαράθεσης. Λίγες ώρες μετά το ναυάγιο των συνομιλιών, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών, με στόχο να στερήσει από το Ιράν τα έσοδα διέλευσης και τις εξαγωγές πετρελαίου.
Η κίνηση αυτή περιορίζει περαιτέρω το διαπραγματευτικό περιθώριο της Τεχεράνης, αυξάνοντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο στρατιωτικού επεισοδίου σε ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη. Παρά την κλιμάκωση της ρητορικής, η εκεχειρία τυπικά παραμένει σε ισχύ και καμία πλευρά δεν δείχνει, προς το παρόν, διατεθειμένη να κλείσει οριστικά την πόρτα του διαλόγου.
Πολιτικοί αναλυτές και ακτιβιστές, όπως η Ναζίλα Γκολεστάν από το Παρίσι, τονίζουν ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος δεν εξυπηρετεί ούτε το απομονωμένο καθεστώς ούτε την κοινωνία που βλέπει πόλεις, εργοστάσια και ενεργειακές υποδομές να ισοπεδώνονται. Την ίδια στιγμή, επισημαίνουν ότι ο ρόλος του Ισραήλ και οι ευρύτερες περιφερειακές ισορροπίες μπορούν να υπονομεύσουν ακόμη και μια ενδεχόμενη συμφωνία Ουάσιγκτον–Τεχεράνης.
Σχόλιο
: Η αποτυχία στο Ισλαμαμπάντ δεν είναι απλώς διπλωματική ήττα, αλλά επιτάχυνση μιας δομικής εσωτερικής κρίσης στο Ιράν. Όσο η οικονομική ασφυξία, η ανεργία και η τεχνολογική απομόνωση βαθαίνουν, το καθεστώς αναγκάζεται να ισορροπεί ανάμεσα στη ρητορική σκληρής γραμμής και στην ανάγκη για εκτόνωση μέσω διαπραγματεύσεων. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η γεωπολιτική ισχύς, αλλά η κοινωνική αντοχή μιας χώρας που μετρά πλέον τον πόλεμο σε χαμένες δουλειές, κλειστά εργοστάσια και διαλυμένη καθημερινότητα.






