Η Μαδρίτη κλιμακώνει την πίεση προς το Ισραήλ, ζητώντας την πολιτικά και οικονομικά βαρύτατη διακοπή της συμφωνίας σύνδεσης με την ΕΕ. Η κίνηση δοκιμάζει τα όρια της ενότητας των «27» σε ένα από τα πιο διχαστικά γεωπολιτικά μέτωπα.
Η Ισπανία αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αναμέτρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Ισραήλ, καθώς ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε ότι θα ζητήσει τον τερματισμό της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ–Ισραήλ στο Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών την Τρίτη στο Λουξεμβούργο. Πρόκειται για τη σκληρότερη μέχρι σήμερα θεσμική κίνηση κράτους-μέλους κατά του Τελ Αβίβ, με δυνητικά σημαντικές πολιτικές και οικονομικές συνέπειες.
Το νομικό και πολιτικό διακύβευμα της συμφωνίας σύνδεσης
Η συμφωνία σύνδεσης ΕΕ–Ισραήλ αποτελεί το βασικό πλαίσιο των εμπορικών και πολιτικών σχέσεων των δύο πλευρών, παρέχοντας προτιμησιακή πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά και θεσμοθετημένο πολιτικό διάλογο. Βασίζεται ρητά στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου· ακριβώς σε αυτό το σημείο πατά η ισπανική πρωτοβουλία.
Ο Σάντσεθ, μιλώντας σε προεκλογική συγκέντρωση στην Ανδαλουσία, υπογράμμισε ότι «μια κυβέρνηση που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο ή τις αρχές της ΕΕ δεν μπορεί να είναι εταίρος της». Η Ισπανία, μαζί με την Ιρλανδία και τη Σλοβενία, είχε ήδη απευθυνθεί με κοινή επιστολή στην ύπατη εκπρόσωπο Εξωτερικής Πολιτικής Κάγια Κάλας, κατηγορώντας το Ισραήλ για παραβίαση της συμφωνίας μέσω της έγκρισης της θανατικής ποινής από την Κνεσέτ και της βίας εποίκων στη Δυτική Όχθη.
Ο τερματισμός ή ακόμη και η μερική αναστολή της συμφωνίας θα απαιτούσε ομοφωνία στο Συμβούλιο, κάτι που καθιστά την άμεση υλοποίηση εξαιρετικά δύσκολη. Ήδη, μια ομάδα κρατών με επικεφαλής τη Γερμανία μπλοκάρει συστηματικά πιο σκληρά μέτρα κατά του Ισραήλ. Ενδεικτικά, πρόταση της Κομισιόν τον Σεπτέμβριο για κυρώσεις σε Ισραηλινούς υπουργούς και αναστολή τμημάτων της συμφωνίας δεν συγκέντρωσε πλειοψηφία.
Ρήγμα στην ΕΕ και ευρύτερες γεωοικονομικές επιπτώσεις
Η ισπανική κίνηση εντάσσεται σε ένα πλαίσιο κλιμακούμενης κριτικής προς την κυβέρνηση Νετανιάχου. Ο Σάντσεθ έχει κατηγορήσει ανοιχτά τον Ισραηλινό πρωθυπουργό για «γενοκτονία στη Γάζα» και χαρακτήρισε τις κοινές αεροπορικές επιθέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν ως «τεράστιο λάθος». Παράλληλα, επέκρινε τις συνεχιζόμενες επιθέσεις στο Λίβανο, που κατά τους επικριτές υπονομεύουν κάθε προοπτική ευρύτερης περιφερειακής αποκλιμάκωσης.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει ήδη τροφοδοτήσει άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου και νέο κύμα προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα την ευρωπαϊκή οικονομία και ειδικά χώρες της Μεσογείου, όπως η Ελλάδα. Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόταση της Μαδρίτης λειτουργεί ως μοχλός πίεσης προς τις Βρυξέλλες να ευθυγραμμίσουν την εξωτερική πολιτική με τις διακηρυγμένες αξίες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά ταυτόχρονα οξύνει τις διαιρέσεις στο εσωτερικό των «27».
Η ισπανική πρωτοβουλία, ακόμη κι αν δεν συγκεντρώσει την απαιτούμενη ομοφωνία, ανεβάζει τον πήχη της συζήτησης: μεταφέρει το ζήτημα από το επίπεδο στοχευμένων κυρώσεων σε κεντρική αμφισβήτηση του ίδιου του θεσμικού πλαισίου των σχέσεων ΕΕ–Ισραήλ. Η απουσία άμεσης αντίδρασης από την ισραηλινή πρεσβεία στην ΕΕ δείχνει ότι η Ιερουσαλήμ σταθμίζει προσεκτικά τις διπλωματικές της επιλογές, καθώς μια ρήξη με την Ένωση θα είχε σημαντικό πολιτικό κόστος και για τις δύο πλευρές.
Σχόλιο
: Η Ισπανία επιχειρεί να μετατρέψει τη ρητορική περί αξιών της ΕΕ σε πραγματικό μοχλό πίεσης, γνωρίζοντας ότι η ομοφωνία είναι απίθανη. Ακόμη όμως και μια αποτυχημένη απόπειρα τερματισμού της συμφωνίας σύνδεσης θα καταγράψει ποιοι ευρωπαίοι ηγέτες προκρίνουν τα γεωπολιτικά και εμπορικά συμφέροντα έναντι της επίκλησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, βαθαίνοντας το ρήγμα Βορρά–Νότου στην ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική.






