Οι συστημικές τράπεζες επιταχύνουν τις πωλήσεις εμπορικών ακινήτων, την ώρα που τοποθετούνται επιθετικά σε ακίνητα πρώτης κατηγορίας. Η στρατηγική διπλής κατεύθυνσης αποτυπώνει την εκτίμηση ότι η αγορά πλησιάζει σε κορύφωση τιμών.
Ένα νέο, πιο σύνθετο «παιχνίδι» στο real estate εξελίσσεται από τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες αυξάνουν τις πωλήσεις εμπορικών ακινήτων, ενώ ταυτόχρονα επενδύουν σε ακίνητα υψηλών προδιαγραφών. Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως σαφές σήμα ότι τα πιστωτικά ιδρύματα θεωρούν πως η αγορά ακινήτων προσεγγίζει σημείο κορύφωσης, με αυξημένο κίνδυνο διόρθωσης στα πιο αδύναμα περιουσιακά στοιχεία.
Ρευστοποίηση «δύσκολων» ακινήτων και νέοι αγοραστές
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δύο νέα πακέτα ακινήτων συνολικής αξίας περίπου 65 εκατ. ευρώ προετοιμάζονται για διάθεση στην αγορά, με επιπλέον χαρτοφυλάκια να ακολουθούν. Πρόκειται για εκατοντάδες εμπορικά ακίνητα –καταστήματα, γραφεία και αποθήκες– τα οποία προέρχονται κυρίως από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και εμφανίζουν λειτουργικές ή νομικές ιδιαιτερότητες, που απαιτούν εξειδικευμένη διαχείριση και κεφαλαιουχικές παρεμβάσεις.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι «είναι ακίνητα που καμία τράπεζα δεν θέλει να διακρατεί σε περίπτωση αναστροφής της αγοράς». Απαιτούν ανακαινίσεις, αλλαγές χρήσης ή αναδιάρθρωση μισθωτηρίων, εργασίες που δεν αποτελούν πυρήνα δραστηριότητας των τραπεζών. Η επιτάχυνση των πωλήσεων εκλαμβάνεται ως κίνηση προληπτικής άμυνας ενόψει πιθανής διόρθωσης ειδικά στα δευτερεύοντα εμπορικά ακίνητα.
Στον «χορό» των πωλήσεων πρωταγωνιστούν, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η Τράπεζα Πειραιώς και η Εθνική Τράπεζα, με την Alpha Bank και τη Eurobank να ακολουθούν. Ενδεικτικά, σε πρόσφατο ενημερωτικό για το real estate, η KPMG ανέφερε ότι ολοκλήρωσε αξιολόγηση διαφοροποιημένου χαρτοφυλακίου τράπεζας με πάνω από 150 ακίνητα, αξίας άνω των 15 εκατ. ευρώ, το οποίο κατέληξε σε γνωστό επενδυτή του κλάδου.
Παράλληλα, η Τράπεζα Πειραιώς ετοιμάζει πακέτο ακινήτων προς πώληση ύψους περίπου 50 εκατ. ευρώ, με την Premia Properties να φέρεται ως πιθανός αγοραστής, αν και οι διαπραγματεύσεις θεωρείται ότι βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.
Επιθετικές τοποθετήσεις σε ακίνητα πρώτης γραμμής
Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες ακολουθούν αντίρροπη στρατηγική στα ακίνητα «πρώτης κατηγορίας». Επενδύουν σε σύγχρονα, ενεργειακά αποδοτικά κτίρια και εμβληματικά ακίνητα, τα οποία θεωρούνται ότι «αντέχουν» σε ενδεχόμενη επιβράδυνση της οικονομίας και διατηρούν υψηλή μισθωτική ζήτηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επένδυση της Alpha Bank στο ιστορικό ακίνητο του Μινιόν, έναντι 36,7 εκατ. ευρώ, κίνηση που αποτυπώνει τη στροφή προς αναβαθμισμένα αστικά projects.
Εκτιμήσεις της αγοράς αναφέρουν ότι το σύνολο των επενδύσεων των τραπεζών σε ακίνητα το 2026 μπορεί να υπερβεί το 1 δισ. ευρώ, ποσό που αναδεικνύει τον ρόλο τους ως μεγάλων θεσμικών «παίκτων» στο ελληνικό real estate. Μόνη η Eurobank σχεδιάζει να διαθέσει 200-300 εκατ. ευρώ σε επενδυτικά ακίνητα μέσα στη χρονιά, όπως έχει δηλώσει ανώτατο στέλεχός της.
Η διττή στρατηγική –ρευστοποίηση προβληματικών ή μη στρατηγικών εμπορικών ακινήτων και ταυτόχρονη ενίσχυση του χαρτοφυλακίου με ακίνητα κορυφαίων προδιαγραφών– δείχνει ότι οι τράπεζες επιδιώκουν να μειώσουν τον κίνδυνο από μια πιθανή υποχώρηση τιμών, διατηρώντας όμως ισχυρή έκθεση σε περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να παράγουν σταθερές ροές εισοδήματος και υπεραξίες.
Σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας και υψηλών τιμών στην αγορά κατοικίας και επαγγελματικής στέγης, οι κινήσεις των τραπεζών λειτουργούν ως βαρόμετρο για την πορεία του κλάδου: σήμα προσοχής για τα «αδύναμα» ακίνητα, αλλά και ψήφος εμπιστοσύνης στα projects που αναδιαμορφώνουν τον αστικό ιστό και συγκεντρώνουν θεσμική ζήτηση.
Σχόλιο
: Η επιτάχυνση των τραπεζικών πωλήσεων λειτουργεί ως «καμπανάκι» για όσους ποντάρουν άκριτα στη συνέχιση της ανόδου των τιμών, ενώ παράλληλα επιβεβαιώνει ότι η επόμενη φάση της αγοράς θα κριθεί στην ποιότητα του ακινήτου και όχι στη γενική ευφορία.






