Στην ημέρα 33, το αφήγημα ότι ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει γρήγορα αρχίζει να καταρρέει. Ο Donald Trump αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αποχώρησης σε 2-3 εβδομάδες ακόμη και χωρίς συμφωνία, όμως από την άλλη πλευρά ο Abbas Araghchi δηλώνει ξεκάθαρα ότι η εμπιστοσύνη προς τις ΗΠΑ είναι “μηδενική”. Αυτό δεν είναι διαπραγμάτευση. Είναι deadlock με στρατιωτική συνέχεια.
Στο πεδίο, οι επιχειρήσεις κλιμακώνονται αντί να αποκλιμακώνονται. Οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις δεν περιορίζονται σε στρατιωτικούς στόχους αλλά επεκτείνονται σε κρίσιμες υποδομές της ιρανικής οικονομίας. Βιομηχανίες χάλυβα, φαρμακευτικές μονάδες, λιμενικές εγκαταστάσεις και ακόμη και μονάδες αφαλάτωσης έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας. Το πλήγμα δεν είναι μόνο επιχειρησιακό. Είναι στρατηγικό, γιατί διαλύει την παραγωγική βάση και τις αλυσίδες εφοδιασμού της χώρας.
Η επίθεση σε φαρμακευτικές εγκαταστάσεις στην Τεχεράνη, όπως η μονάδα πρώτων υλών της Tofigh Daru, δείχνει ότι το conflict περνά σε φάση economic warfare. Δεν χτυπάς μόνο τον στρατό. Χτυπάς την ικανότητα της χώρας να λειτουργεί. Αυτό μεταφράζεται σε εσωτερική πίεση, αλλά και σε διεθνές ρίσκο, καθώς επηρεάζονται αγορές πρώτων υλών και φαρμάκων.
Στο νότιο μέτωπο, το Bandar Abbas και γενικά η περιοχή του Strait of Hormuz παραμένουν κρίσιμοι στόχοι. Η καταστροφή υποδομών και η απώλεια λειτουργίας μονάδων, όπως η εγκατάσταση αφαλάτωσης στο νησί Κεσμ, αυξάνουν τον operational κίνδυνο στην πιο σημαντική ενεργειακή δίοδο του πλανήτη. Η πραγματικότητα είναι ότι το Στενό δεν είναι “κλειστό”, αλλά λειτουργεί υπό συνθήκες πολέμου. Και αυτό αρκεί για να αποσταθεροποιήσει τις αγορές.
Παράλληλα, το μέτωπο επεκτείνεται. Στον Lebanon, οι επιχειρήσεις του Ισραήλ κλιμακώνονται με σχέδιο δημιουργίας ζώνης ασφαλείας και μαζικές εκκενώσεις. Πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν ήδη εκτοπιστεί, ενώ οι υποδομές καταρρέουν. Η εμπλοκή της Hezbollah κρατά το conflict ενεργό και αποτρέπει οποιαδήποτε γρήγορη αποκλιμάκωση.
Στον Κόλπο, η κατάσταση είναι equally volatile. Επιθέσεις με drones πλήττουν υποδομές στο Κουβέιτ, σειρήνες ηχούν στο Μπαχρέιν, ενώ περιστατικά όπως το πλήγμα σε δεξαμενόπλοιο κοντά στο Κατάρ δείχνουν ότι το maritime risk έχει περάσει σε άλλο επίπεδο. Δεν είναι πλέον θεωρητικό σενάριο. Είναι operational reality για τη ναυτιλία.
Στο διπλωματικό επίπεδο, παρατηρείται ρήγμα στη δυτική συνοχή. Χώρες όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία περιορίζουν τη στήριξη στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ, κλείνοντας εναέριους χώρους και βάσεις. Ταυτόχρονα, η China επιχειρεί να μπει ως διαμεσολαβητής προτείνοντας σχέδιο κατάπαυσης πυρός και επαναλειτουργίας του Στενού του Ορμούζ. Με απλά λόγια, το conflict μετατρέπεται και σε παιχνίδι επιρροής μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η πίεση μεταφέρεται στην οικονομία. Η άνοδος των τιμών ενέργειας περνά ήδη σε βασικά αγαθά, από τρόφιμα μέχρι στεγαστικά κόστη. Ο πόλεμος αρχίζει να γίνεται πολιτικό κόστος. Και αυτό εξηγεί το αφήγημα του Donald Trump περί “γρήγορης εξόδου”.
Το πρόβλημα είναι ότι η έξοδος δεν εξαρτάται μόνο από την Ουάσινγκτον. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η Τεχεράνη έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να πιέζει το Strait of Hormuz και να διατηρεί το κόστος υψηλό για τη Δύση. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν οι ΗΠΑ επιχειρήσουν disengagement, το conflict μπορεί να συνεχιστεί μέσω proxies και περιφερειακών μετώπων.







