Ελλάδα και Κύπρος ζητούν επίσημο έλεγχο βιωσιμότητας από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για τον Great Sea Interconnector. Στόχος η «ευρωπαϊκή σφραγίδα» σε ρυθμιστικό πλαίσιο και οικονομικά του έργου.
Σε μια προσπάθεια να «ξεμπλοκάρει» το φιλόδοξο έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, οι κυβερνήσεις Αθήνας και Λευκωσίας απηύθυναν κοινό αίτημα προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) για τη διενέργεια due diligence και, σε δεύτερο χρόνο, τη χρηματοδότησή του. Το καλώδιο Great Sea Interconnector (GSI), που παραμένει σε κατάσταση ουσιαστικής ακινησίας, επιχειρείται να αποκτήσει θεσμική «ευρωπαϊκή σφραγίδα» ως προς τη βιωσιμότητά του και το ρυθμιστικό του πλαίσιο.
Η κοινή επιστολή και ο ρόλος της ΕΤΕπ
Οι υπουργοί Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και Μάριος Δαμιανού ζητούν από την ΕΤΕπ να προχωρήσει σε μελέτη δέουσας επιμέλειας (due diligence) για το έργο του GSI. Σύμφωνα με όσους παρακολουθούν στενά τις διεργασίες, η κίνηση αυτή θεωρείται η πιο ενδεδειγμένη στη σημερινή φάση, καθώς η τράπεζα έχει ήδη διαμηνύσει ότι αναμένει επίσημο αίτημα προκειμένου να εξετάσει εάν το έργο μπορεί να καταστεί τραπεζικά χρηματοδοτήσιμο.
Στην επιστολή, οι δύο υπουργοί διαβεβαιώνουν ότι ο GSI έχει ενταχθεί στα εθνικά σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα Ελλάδας και Κύπρου. Υπενθυμίζουν επίσης το Μνημόνιο Κατανόησης που υπεγράφη τον Σεπτέμβριο 2024 μεταξύ των δύο χωρών για την περαιτέρω πορεία του έργου, υπογραμμίζοντας την πολιτική δέσμευση να προχωρήσει η διασύνδεση.
Η εμπλοκή της ΕΤΕπ δεν περιορίζεται στη χρηματοδότηση. Όπως τονίζεται, η τράπεζα μπορεί να προσφέρει κρίσιμες εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις του καλωδίου στη δυναμική της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, στη λειτουργία του συστήματος και στον σχεδιασμό υποδομών σε περιφερειακό επίπεδο. Ένα θετικό due diligence θα αποτελέσει ισχυρό σήμα προς ρυθμιστικές αρχές και επενδυτές για την ανάγκη βελτίωσης του πλαισίου και τακτοποίησης οικονομικών εκκρεμοτήτων, ώστε το έργο να γίνει πραγματικά bankable.
Στρατηγική σημασία και γεωπολιτικές προεκτάσεις
Η κοινή επιστολή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη συμβατότητα του GSI με τα πιο πρόσφατα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα, το Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης Δικτύου του ENTSO-E, καθώς και τους στόχους της ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου – Ελλάδας θεωρείται κρίσιμος κρίκος για την πλήρη ένταξη της κυπριακής αγοράς στο ευρωπαϊκό σύστημα και για την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συγκυρία αποκτά πρόσθετη βαρύτητα μετά την πρόσφατη απόρριψη, από τον ENTSO-E, του αιτήματος της τουρκικής πλευράς για ηλεκτρική διασύνδεση με τα Κατεχόμενα. Ο ευρωπαϊκός οργανισμός ξεκαθάρισε ότι το μόνο εγκεκριμένο έργο διασύνδεσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με το ευρωπαϊκό σύστημα είναι ο Great Sea Interconnector και ότι κανένα άλλο σχέδιο δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη συγκατάθεση της Λευκωσίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ενεργοποίηση της ΕΤΕπ λειτουργεί όχι μόνο ως τεχνοκρατικό φίλτρο βιωσιμότητας, αλλά και ως εργαλείο ευρωπαϊκής θωράκισης του έργου έναντι ανταγωνιστικών ή παραλλήλων σχεδίων στην περιοχή.
Σχόλιο
: Η στροφή Αθήνας και Λευκωσίας προς την ΕΤΕπ είναι έμμεση παραδοχή ότι χωρίς ισχυρό ευρωπαϊκό θεσμικό «σπόνσορα» το GSI δύσκολα θα προσελκύσει κεφάλαια και θα ξεπεράσει τα ρυθμιστικά του αγκάθια. Αν το due diligence είναι θετικό, θα πιεστούν ΡΑΕ, ρυθμιστικές αρχές και κυβερνήσεις να κλείσουν εκκρεμότητες κόστους, τιμολόγησης και κατανομής ρίσκου. Αν είναι αρνητικό ή επιφυλακτικό, το έργο κινδυνεύει να μείνει επί μακρόν στα χαρτιά, με σοβαρές επιπτώσεις για τον ρόλο Ελλάδας – Κύπρου στον ενεργειακό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου.






