Νέα ανάλυση δείχνει ότι οι Δημοκρατικοί υπεραποδίδουν σχεδόν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση από τότε που ο Ντόναλντ Τραμπ ανέλαβε την προεδρία. Το μοτίβο αυτό διατρέχει κόκκινες και μπλε περιφέρειες, τροφοδοτώντας σενάρια για ισχυρό δημοκρατικό κύμα στις ενδιάμεσες εκλογές.
Μια εκτεταμένη ανάλυση εκλογικών δεδομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφει ένα ανησυχητικό για τους Ρεπουμπλικάνους φαινόμενο: από τότε που ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, οι Δημοκρατικοί βελτιώνουν συστηματικά τις επιδόσεις τους σχεδόν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η πρόσφατη ειδική εκλογή στην 11η εκλογική περιφέρεια του Νιου Τζέρσεϊ, όπου η προοδευτική υποψήφια Αναλίλια Μεχία κέρδισε με διαφορά 20 ποσοστιαίων μονάδων, σε μια περιοχή που η Καμάλα Χάρις είχε επικρατήσει μόλις με 8 μονάδες στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Στατιστική τάση με πολιτικό βάθος
Σύμφωνα με την ανάλυση 229 εκλογικών αναμετρήσεων (ομοσπονδιακών και πολιτειακών) από την ορκωμοσία του Τραμπ, οι Δημοκρατικοί υπεραπέδωσαν σε σύγκριση με τα ποσοστά της Χάρις στις 193. Κατά μέσο όρο, κινήθηκαν 5 μονάδες πιο αριστερά από το αποτέλεσμα της προεδρικής υποψήφιας του κόμματος, ενώ σε ορισμένες ειδικές εκλογές η μετατόπιση ξεπέρασε τις 20 μονάδες.
Η εικόνα αυτή δεν περιορίζεται σε «ασφαλείς» μπλε περιφέρειες. Σημαντικές βελτιώσεις για τους Δημοκρατικούς καταγράφονται σε περιοχές που ο Τραμπ είχε κερδίσει το 2024. Το μεγαλύτερο άλμα σημειώθηκε σε μια περιφέρεια της πολιτειακής Γερουσίας στο Μπρούκλιν, την οποία είχε κερδίσει ο Τραμπ, όπου ο Δημοκρατικός υποψήφιος βελτίωσε το ποσοστό της Χάρις κατά 45 μονάδες. Αντίστοιχες μεγάλες μετατοπίσεις, 28 και 27 μονάδων, παρατηρήθηκαν σε πολιτειακές αναμετρήσεις στο Ρόουντ Άιλαντ και στην Οκλαχόμα.
Οι Δημοκρατικοί επικαλούνται αυτά τα στοιχεία ως απόδειξη ότι οι ψηφοφόροι απομακρύνονται από τις «ανεκπλήρωτες υποσχέσεις» των Ρεπουμπλικάνων. Εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Εκστρατείας για τη Βουλή έκανε λόγο για «μια τάση που δεν μπορεί να αγνοηθεί».
Αμφισβήτηση από Ρεπουμπλικάνους, αλλά ανησυχία στα επιτελεία
Οι Ρεπουμπλικανοί απαντούν ότι η σύγκριση με την Καμάλα Χάρις –την οποία χαρακτηρίζουν «την πιο αντιδημοφιλή προεδρική υποψήφια Δημοκρατικών στην ιστορία»– αποτελεί χαμηλό πήχη. Υποστηρίζουν επίσης ότι οι ειδικές εκλογές, με πολύ χαμηλότερη συμμετοχή από τις ενδιάμεσες ή τις προεδρικές, δεν αποτυπώνουν το πλήρες εκλογικό τοπίο.
Εκπρόσωποι των εθνικών επιτροπών των Ρεπουμπλικάνων κάνουν λόγο για «επιλεκτική χρήση» αποτελεσμάτων και αντιτείνουν ότι το κόμμα διαθέτει «χρήματα, μήνυμα και ορμή» ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του 2026, ιδίως στα κρίσιμα πεδία μάχης για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ωστόσο, ακόμη και Ρεπουμπλικανοί στρατηγιστές σε πολιτείες-κλειδιά, όπως η Αϊόβα, αναγνωρίζουν ότι η νίκη του Τραμπ το 2024 λειτούργησε ως καταλύτης κινητοποίησης για τους Δημοκρατικούς. Ειδικές εκλογές σε περιφέρειες που συμπίπτουν με κρίσιμες έδρες της Βουλής έδειξαν τους Δημοκρατικούς να βελτιώνουν τα ποσοστά της Χάρις κατά 12-13 μονάδες, γεγονός που εντείνει την πίεση για καλύτερο συντονισμό της ρεπουμπλικανικής εκστρατείας.
Οικονομία, κοινωνικά δικαιώματα και το διακύβευμα του 2026
Παρά τη χαμηλή δημοφιλία του Δημοκρατικού Κόμματος σε εθνικό επίπεδο από το 2025, στρατηγιστές αποδίδουν την εκλογική βελτίωση σε επαναφορά της ατζέντας στα λεγόμενα «θέματα του τραπεζιού της κουζίνας»: κόστος ζωής, καύσιμα, στέγαση, συνταξιοδοτική ασφάλεια. Το αφήγημα αυτό, σε συνδυασμό με την ανησυχία για δικαιώματα όπως η άμβλωση μετά την απόφαση Dobbs, φαίνεται να επανενεργοποιεί τμήματα της εκλογικής βάσης που είχαν αποστασιοποιηθεί το 2024.
Δημοκρατικοί αναλυτές δεν αποκλείουν ένα κύμα επιτυχιών αντίστοιχο με τη ρεπουμπλικανική «σάρωση» του 2010, εφόσον η τάση στις ειδικές και πολιτειακές εκλογές συνεχιστεί. Η ιστορία, ωστόσο, δείχνει ότι απρόβλεπτοι παράγοντες –οικονομικές αναταράξεις, διεθνείς κρίσεις, δικαστικές αποφάσεις– μπορούν να ανατρέψουν τα δεδομένα σε λίγους μήνες.
Πάντως, το συμπέρασμα της ανάλυσης είναι σαφές: σε μια περίοδο έντονης πόλωσης, οι μικρές, συχνές κάλπες των ειδικών και πολιτειακών εκλογών λειτουργούν ως πρώιμος δείκτης μετατόπισης του πολιτικού κλίματος, με τους Δημοκρατικούς να έχουν προς το παρόν τον άνεμο στην πλάτη τους.
Σχόλιο
: Η συστηματική υπεραπόδοση των Δημοκρατικών δεν εγγυάται εκλογικό «τσουνάμι» το 2026, αλλά αλλάζει ουσιαστικά τη διαπραγματευτική ισορροπία ισχύος στην Ουάσινγκτον: ωθεί τους Ρεπουμπλικάνους σε αμυντική στάση, αυξάνει το κόστος εσωκομματικών ρήξεων γύρω από τον Τραμπ και επιτρέπει στους Δημοκρατικούς να διεκδικήσουν επιθετικά πόρους και υποψηφίους σε περιφέρειες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν εκτός εμβέλειας.






