Γερμανία: Ο Μερτς προειδοποιεί για εκρηκτική παγκόσμια αναδιάταξη ισχύος

Ο Φρίντριχ Μερτς περιγράφει έναν κόσμο που «αναδιοργανώνεται εκρηκτικά» και μια Γερμανία που μένει πίσω. Στο επίκεντρο, η απώλεια βιομηχανικών θέσεων εργασίας και η ανάγκη για βαθιές θεσμικές μεταρρυθμίσεις.

Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς χρησιμοποίησε σπάνια σκληρή γλώσσα ενώπιον του 23ου Ομοσπονδιακού Συνεδρίου της Γερμανικής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων στο Βερολίνο. Περιέγραψε έναν κόσμο που «αναδιοργανώνεται, όχι αργά αλλά εκρηκτικά» και μια Γερμανία που, όπως είπε, «δεν κράτησε τον ρυθμό των παγκόσμιων αλλαγών» και «απέτυχε να εκσυγχρονίσει τη χώρα».

Η προειδοποίηση Μερτς: γεωπολιτική αναταξινόμηση και γερμανική υστέρηση

Η διατύπωση περί «εκρηκτικής» αναδιοργάνωσης παραπέμπει σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι παλιές βεβαιότητες της παγκοσμιοποίησης υποχωρούν. Αναδυόμενες δυνάμεις, ενεργειακή μετάβαση, τεχνολογικός ανταγωνισμός και γεωπολιτικές εντάσεις ανασχηματίζουν αλυσίδες αξίας και συμμαχίες. Σε αυτό το πλαίσιο, η Γερμανία –παραδοσιακός βιομηχανικός πυλώνας της Ευρώπης– εμφανίζεται, κατά τον Μερτς, να κινείται βραδύτερα από τον ρυθμό της αλλαγής.

Η κριτική του στοχεύει κυρίως στη διαχρονική καθυστέρηση μεταρρυθμίσεων: από την ενεργειακή πολιτική και τις υποδομές έως τη φορολογία και τη γραφειοκρατία. Η «αποτυχία εκσυγχρονισμού» δεν περιγράφεται ως αφηρημένο πρόβλημα, αλλά ως κενό που πλέον «μας προλαβαίνει», δηλαδή μετατρέπεται σε άμεσο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Βιομηχανική αιμορραγία: πάνω από 100.000 χαμένες θέσεις τον χρόνο

Ο Μερτς στάθηκε ιδιαίτερα στην απώλεια περισσότερων από 100.000 βιομηχανικών θέσεων εργασίας ετησίως. Πρόκειται για αριθμό που, αν συνεχιστεί αθροιστικά, σημαίνει σταδιακή αποψίλωση του παραγωγικού ιστού. Η Γερμανία, που για δεκαετίες στηρίχθηκε στο βιομηχανικό της μοντέλο με φθηνή ενέργεια και ισχυρές εξαγωγές, βλέπει πλέον τμήματα της παραγωγής να μετακινούνται προς χώρες με χαμηλότερο κόστος ή ταχύτερες αδειοδοτήσεις.

Η προειδοποίηση ότι «δεν μπορούμε να συνεχίσουμε όπως τα τελευταία 20 χρόνια» στοχεύει στην καρδιά της γερμανικής οικονομικής στρατηγικής: ένα μοντέλο που ευνοήθηκε από την άφθονη ρωσική ενέργεια, την κινεζική ζήτηση και την ευρωπαϊκή σταθερότητα, αλλά σήμερα δοκιμάζεται από κυρώσεις, εμπορικές εντάσεις και την πράσινη μετάβαση.

Μεταρρυθμίσεις με στόχο την ευημερία και τη σταθερότητα

Ο καγκελάριος συνέδεσε άμεσα τις «δομικές μεταρρυθμίσεις» με τη διατήρηση της ευημερίας, της απασχόλησης και της κοινωνικής σταθερότητας. Η επιλογή αυτής της τριάδας δεν είναι τυχαία: υποδηλώνει ότι η μεταρρύθμιση δεν προβάλλεται ως ιδεολογική επιλογή, αλλά ως προϋπόθεση για να αποφευχθεί η διάβρωση του κοινωνικού συμβολαίου.

Με έμφαση τόνισε ότι «η επιχειρηματική επίδοση και η πρωτοβουλία είναι προϋποθέσεις για μια λειτουργική οικονομία της αγοράς». Η τοποθέτηση αυτή επιχειρεί να γεφυρώσει δύο κόσμους που συχνά βρίσκονται σε ένταση στη Γερμανία: το ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα και τον εξαγωγικό επιχειρηματικό τομέα. Η πολιτική γραμμή του Μερτς παρουσιάζει την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας ως μέσο για να διασωθεί –και όχι να αποδομηθεί– το κράτος πρόνοιας.

Το κράτος πρόνοιας στο επίκεντρο της πολιτικής διαπραγμάτευσης

Ο Μερτς υπερασπίστηκε τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες ως απαραίτητες «για να διατηρήσουμε, όχι να διαλύσουμε, το κοινωνικό κράτος». Η διατύπωση αυτή είναι πολιτικά φορτισμένη, καθώς απαντά εκ των προτέρων σε κατηγορίες ότι οι αλλαγές μπορεί να οδηγήσουν σε αποδυνάμωση των κοινωνικών παροχών.

Σε μια κοινωνία που γερνά, με αυξανόμενες δαπάνες για συντάξεις και υγεία, το ερώτημα δεν είναι αν θα αλλάξει το κράτος πρόνοιας, αλλά με ποιον τρόπο και ποιος θα πληρώσει το κόστος. Η θέση Μερτς τοποθετείται στην πλευρά της «προληπτικής προσαρμογής»: περισσότερη παραγωγικότητα και επενδύσεις σήμερα, ώστε να μη χρειαστούν βίαιες περικοπές αύριο.

Τι σημαίνει η γερμανική συζήτηση για την Ευρώπη

Η γερμανική αυτοκριτική δεν είναι εσωτερική υπόθεση. Η Γερμανία παραμένει η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης και ο βασικός βιομηχανικός της πυλώνας. Η επιβράδυνση ή η ανασφάλεια γύρω από το γερμανικό μοντέλο μεταφράζεται σε χαμηλότερη ευρωπαϊκή ανάπτυξη, ασθενέστερη επενδυτική διάθεση και αυξημένες πιέσεις για χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων.

Αν η Γερμανία κινηθεί προς μια πιο επιθετική ατζέντα μεταρρυθμίσεων, αυτό μπορεί να ανοίξει συζήτηση για νέα ισορροπία μεταξύ βιομηχανικής πολιτικής, πράσινης μετάβασης και δημοσιονομικής πειθαρχίας σε επίπεδο Ε.Ε. Αν, αντίθετα, η πολιτική τριβή μπλοκάρει τις αλλαγές, ο κίνδυνος είναι μια παρατεταμένη περίοδος χαμηλής ανάπτυξης για ολόκληρη την Ευρωζώνη.

Σχόλιο : Για την Ελλάδα, η συζήτηση που ανοίγει ο Μερτς είναι κρίσιμη σε τρία επίπεδα. Πρώτον, μια Γερμανία που αναζητά νέο βιομηχανικό βηματισμό θα επηρεάσει άμεσα τη ζήτηση για ελληνικές εξαγωγές και υπηρεσίες, από τη ναυτιλία μέχρι τον τουρισμό. Δεύτερον, αν το Βερολίνο επιλέξει επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων, η πίεση για ανάλογη θεσμική προσαρμογή στην υπόλοιπη Ευρώπη –συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας– θα ενισχυθεί, ιδίως σε ζητήματα ανταγωνιστικότητας, φορολογίας και αγοράς εργασίας. Τρίτον, η έμφαση στη διατήρηση του κράτους πρόνοιας μέσω ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ελληνική αναπτυξιακή στρατηγική δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε πόρους της Ε.Ε., αλλά απαιτεί σταθερή βιομηχανική και τεχνολογική πολιτική. Η ελληνική οικονομία οφείλει να παρακολουθήσει στενά την αναδιάταξη του γερμανικού μοντέλου, καθώς από αυτήν θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό και η κατεύθυνση της ευρωπαϊκής οικονομικής αρχιτεκτονικής την επόμενη δεκαετία.

#Γερμανία #Μερτς #Βιομηχανία #Ευρωζώνη #Μεταρρυθμίσεις

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.