Γερμανική στροφή στον εξοπλισμό και το στοίχημα μιας πραγματικά ευρωπαϊκής άμυνας

Η Γερμανία ετοιμάζεται να καταστεί η ισχυρότερη συμβατική στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη. Το διακύβευμα είναι αν αυτή η ισχύς θα ενσωματωθεί θεσμικά και πολιτικά σε ένα συλλογικό, ευρωπαϊκό πλαίσιο άμυνας.

Καθώς η Ευρώπη τιμά την 81η επέτειο από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ήπειρος βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ανατροπή ισορροπιών: η Γερμανία αναδύεται εκ νέου ως ηγετική στρατιωτική δύναμη. Ήδη από το 2027, οι αμυντικές της δαπάνες αναμένεται να ισοφαρίσουν το άθροισμα Γαλλίας και Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ έως το 2030 προβλέπεται να τις ξεπεράσουν σημαντικά. Το Βερολίνο θέτει ανοικτά ως στόχο να διαθέτει τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην Ευρώπη.

Ρωσική απειλή και αβεβαιότητα από τις ΗΠΑ

Η αλλαγή αυτή δεν είναι τυχαία. Δύο βασικοί παράγοντες ωθούν τη Γερμανία σε ριζική αναθεώρηση της μεταψυχροπολεμικής, κατεξοχήν ειρηνιστικής της στάσης. Πρώτον, η επιθετικότητα της Ρωσίας και ο φόβος ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν θα σταματήσει στην Ουκρανία. Στο Βερολίνο εδραιώνεται η αντίληψη ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.

Δεύτερον, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει θέσει ευθέως υπό αμφισβήτηση τη δέσμευση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ. Η ανακοίνωση απόσυρσης 5.000 και πλέον Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία λειτουργεί ως καμπανάκι κινδύνου: η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο να απομείνει σχεδόν μόνη απέναντι σε μια πυρηνικά εξοπλισμένη Ρωσία. Το ερώτημα δεν είναι αν η Γερμανία θα ενισχυθεί στρατιωτικά –αυτό θεωρείται δεδομένο– αλλά πώς αυτή η ισχύς θα καταστεί παράγοντας σταθερότητας και όχι πηγή νέων ενδοευρωπαϊκών εντάσεων.

Βιομηχανική ισχύς, πολιτικές ανησυχίες και κίνδυνος κατακερματισμού

Η νέα γερμανική στρατηγική, με τον εύγλωττο τίτλο «Ευθύνη για την Ευρώπη», φιλοδοξεί να ορίσει τον ρόλο του Βερολίνου ως πυλώνα της ευρωπαϊκής άμυνας. Όμως το κρίσιμο είναι αν η «ευθύνη» αυτή θα εκφραστεί μέσα από κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα ή μέσα από έναν εθνικό, γερμανοκεντρικό επανεξοπλισμό.

Η Γερμανία υπήρξε ήδη πριν από το 2022 ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς όπλων παγκοσμίως, παρά τη συρρίκνωση των ίδιων των ενόπλων της δυνάμεων. Σήμερα, με το εξαγωγικό της μοντέλο σε κρίση, η διοχέτευση δισεκατομμυρίων στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία εμφανίζεται ως εύκολη λύση ανάπτυξης. Εμβληματικά εργοστάσια αυτοκινήτων μετατρέπονται σε μονάδες παραγωγής οπλικών συστημάτων, ενώ η απαίτηση έγκρισης από την επιτροπή προϋπολογισμού της Μπούντεσταγκ για κάθε πρόγραμμα άνω των 25 εκατ. ευρώ ευνοεί κλασικές «πελατειακές» λογικές, με βουλευτές να πιέζουν για έργα στις περιφέρειές τους.

Αυτή η προοπτική ανησυχεί όχι μόνο τη Γαλλία –η οποία βλέπει τη δική της αμυντική βιομηχανία, δεύτερη παγκοσμίως μετά τις ΗΠΑ σε εξαγωγές, να απειλείται– αλλά και κράτη όπως η Πολωνία. Την ίδια στιγμή, η εκλογική άνοδος της εθνικιστικής AfD, που προηγείται στις δημοσκοπήσεις, τροφοδοτεί φόβους για το ποιος θα ελέγχει αύριο μια «ισχυροποιημένη» Μπούντεσβερ.

Ανάγκη για πραγματική ευρωπαϊκή ενοποίηση στην άμυνα

Το χάσμα μεταξύ φιλοδοξιών και πραγματικότητας παραμένει τεράστιο. Η άμυνα της Ευρώπης εξακολουθεί να βασίζεται στον αμερικανικό κορμό του ΝΑΤΟ: από τις δορυφορικές πληροφορίες και τα μεταγωγικά αεροσκάφη έως την αντιαεροπορική άμυνα και την πυρηνική αποτροπή. Η οικοδόμηση μιας αξιόπιστης «ευρωπαϊκοποίησης» αυτού του μηχανισμού αποτελεί αναγκαίο, αλλά εξαιρετικά δύσκολο στόχο.

Κρίσιμο ζήτημα είναι και ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αμυντικής παραγωγής. Εκεί όπου οι ΗΠΑ διαθέτουν 33 βασικά οπλικά συστήματα, η Ευρώπη έχει 174, με 12 διαφορετικούς τύπους αρμάτων μάχης και 14 τύπους μαχητικών αεροσκαφών. Χωρίς ενοποίηση προδιαγραφών, κοινές παραγγελίες και διαμοιρασμό τεχνολογίας, η ήπειρος θα συνεχίσει να πληρώνει ακριβά για λιγότερη ισχύ.

Ο αρθρογράφος προτείνει μια άτυπη, αλλά ουσιαστική σύνοδο κορυφής ανάμεσα στον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, τον Βρετανό πρωθυπουργό και τον Πολωνό ομόλογό του, με στόχο έναν ειλικρινή διάλογο για την ενοποίηση της αμυντικής βιομηχανίας και την ενίσχυση των ευρωπαϊκών επιχειρησιακών δυνατοτήτων –συμπεριλαμβανομένης της συζήτησης για το πώς μπορεί να επεκταθεί η γαλλοβρετανική πυρηνική αποτροπή προς Ανατολάς.

Στη δεκαετία του 1990, ο Χέλμουτ Κολ ενσωμάτωσε τη νέα, ενωμένη Γερμανία στην ενιαία αγορά και τη νομισματική ένωση, με τεράστιο όφελος για τη χώρα του. Σήμερα, ο Μερτς καλείται να πετύχει κάτι ανάλογο στο πεδίο της ασφάλειας: να «κλειδώσει» τη γερμανική ισχύ μέσα σε μια πραγματικά κοινή ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας, ώστε να καθησυχάσει τους γείτονες και να αποτρέψει τη ρωσική επιθετικότητα.

Σχόλιο SBCTV : Η επανεμφάνιση της Γερμανίας ως κεντρικής στρατιωτικής δύναμης είναι αναπόφευκτη συνέπεια της ρωσικής απειλής και της αμερικανικής αβεβαιότητας. Το πραγματικό στοίχημα για την Ευρώπη –και για χώρες όπως η Ελλάδα που εξαρτώνται από την αξιοπιστία της συλλογικής άμυνας– είναι αν θα μετατρέψει αυτή τη δυναμική σε μοχλό ενοποίησης ή αν θα γυρίσει σε λογικές ανταγωνιστικών μπλοκ και εθνικών βιομηχανικών συμφερόντων. Χωρίς γενναίες αποφάσεις για κοινά προγράμματα, τυποποίηση και διαμοιρασμό ρίσκου, η ήπειρος κινδυνεύει να ξοδεύει περισσότερα για να αγοράζει τελικά λιγότερη ασφάλεια.

#Γερμανία #ΕυρωπαϊκήΆμυνα #ΝΑΤΟ #Ρωσία #ΑμυντικήΒιομηχανία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.