Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μιλά για «καλή πρόοδο» στις διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ θέτει σκληρό τελεσίγραφο για τους δασμούς. Πίσω από τις δηλώσεις κρίνεται η αρχιτεκτονική των διατλαντικών οικονομικών σχέσεων για τα επόμενα χρόνια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται αισιόδοξη για μια νέα φάση στις εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την ώρα που ο Λευκός Οίκος υψώνει τον τόνο. Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έκανε λόγο για «καλή πρόοδο» στις συνομιλίες για μείωση δασμών μέχρι τις αρχές Ιουλίου, λίγο μετά την τηλεφωνική επικοινωνία της με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Το τελεσίγραφο Τραμπ και το χρονοδιάγραμμα των διαπραγματεύσεων
Στην ανάρτησή της στην πλατφόρμα Χ, η φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ότι Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον παραμένουν «πλήρως προσηλωμένες» στην εφαρμογή της εμπορικής συμφωνίας που είχαν συμφωνήσει στο Τέρνμπερι της Σκωτίας τον Ιούλιο του 2025. Εκεί τέθηκαν οι βασικές γραμμές για σταδιακή μείωση δασμών σε σειρά βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων, με στόχο έναν πιο ισορροπημένο διατλαντικό εμπορικό χώρο.
Την ίδια ημέρα όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ έστειλε σαφές μήνυμα ότι η υπομονή της Ουάσιγκτον έχει όρια. Προειδοποίησε ότι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μειώσει τους δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα στο μηδέν μέχρι τις 4 Ιουλίου, οι ΗΠΑ θα αυξήσουν τους δικούς τους δασμούς σε ευρωπαϊκά αγαθά. Το τελεσίγραφο αυτό μετατρέπει το ήδη σφιχτό χρονοδιάγραμμα σε εργαλείο πίεσης, με σαφή στόχο να επιταχύνει δύσκολους συμβιβασμούς σε ευαίσθητους κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και τα αγροτικά προϊόντα.
Τι σημαίνει «μηδενισμός δασμών» στην πράξη;
Η συζήτηση για μηδενικούς δασμούς δεν είναι απλή τεχνική άσκηση, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής και αμερικανικής βιομηχανικής πολιτικής. Για τις ΗΠΑ, η πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά χωρίς δασμολογικά εμπόδια ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών τους σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, από μηχανήματα και αυτοκίνητα έως αγροδιατροφικά προϊόντα. Για την ΕΕ, η πλήρης άρση δασμών μπορεί να αυξήσει τις εξαγωγές της σε κλάδους όπου διατηρεί παραδοσιακά πλεονεκτήματα, όπως τα φαρμακευτικά, τα χημικά και ο εξοπλισμός υψηλής τεχνολογίας.
Ωστόσο, ο μηδενισμός δασμών δημιουργεί και ενδοευρωπαϊκές εντάσεις. Κράτη-μέλη με ισχυρή αγροτική παραγωγή φοβούνται απώλεια μεριδίων αγοράς από αμερικανικά προϊόντα χαμηλότερου κόστους, ενώ χώρες με ισχυρή αυτοκινητοβιομηχανία ανησυχούν για την πίεση από αμερικανικούς ομίλους. Η Κομισιόν καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατηγική επιδίωξη μιας πιο στενής διατλαντικής οικονομικής σχέσης και στην ανάγκη προστασίας ευαίσθητων κλάδων με υψηλή πολιτική βαρύτητα.
Από τους εμπορικούς πολέμους στην ελεγχόμενη αποσύνδεση;
Η σημερινή διαπραγμάτευση δεν μπορεί να αποκοπεί από την πρόσφατη ιστορία των εμπορικών συγκρούσεων ΗΠΑ–ΕΕ. Οι δασμοί στον χάλυβα και το αλουμίνιο, οι αντιπαραθέσεις για τις επιδοτήσεις στην αεροναυπηγική και οι συγκρούσεις για τα ψηφιακά έσοδα άφησαν βαθύ αποτύπωμα. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς η αποκλιμάκωση, αλλά ο επαναπροσδιορισμός της διατλαντικής οικονομικής αρχιτεκτονικής σε ένα περιβάλλον όπου και οι δύο πλευρές επενδύουν σε πολιτικές «στρατηγικής αυτονομίας».
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να θωρακίσει την εγχώρια βιομηχανία απέναντι στον κινεζικό ανταγωνισμό, αξιοποιώντας τους δασμούς ως εργαλείο διαπραγμάτευσης ακόμη και με παραδοσιακούς συμμάχους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, προσπαθεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών της αλυσίδων, χωρίς να χάσει την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά και στην τεχνολογική συνεργασία. Το αν οι τρέχουσες συνομιλίες θα οδηγήσουν σε σταθερό πλαίσιο ή σε μια ακόμη προσωρινή ανακωχή θα κρίνει τον βαθμό «ελεγχόμενης αποσύνδεσης» των δύο οικονομιών τα επόμενα χρόνια.
Η διάσταση ασφάλειας: Ιράν και γεωπολιτικός κίνδυνος
Στην επικοινωνία φον ντερ Λάιεν – Τραμπ, πέρα από το εμπόριο, συζητήθηκε και η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, με κοινή θέση ότι το Ιράν «δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο». Η επισήμανση των «κινδύνων» για την περιφερειακή και παγκόσμια ασφάλεια αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η γεωπολιτική και το εμπόριο πλέον συμπλέκονται. Οι κυρώσεις, τα καθεστώτα ελέγχου εξαγωγών και η ενεργειακή ασφάλεια λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία με τις καθαρά δασμολογικές ρυθμίσεις.
Για την Ευρώπη, η διατήρηση ενιαίας γραμμής απέναντι στην Τεχεράνη, ενώ ταυτόχρονα διαπραγματεύεται με τις ΗΠΑ εμπορικές διευκολύνσεις, αποτελεί λεπτή άσκηση ισορροπίας. Η διατλαντική σύγκλιση στο ζήτημα του Ιράν μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικό κεφάλαιο για συμβιβασμούς στο εμπόριο, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει τα περιθώρια της ΕΕ να χαράξει αυτόνομη πολιτική στη γειτονιά της.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση
Ανεξαρτήτως του αν επιτευχθεί συμφωνία έως τον Ιούλιο, η διαδικασία αυτή επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ λαμβάνει οικονομικές αποφάσεις. Η ενίσχυση της Επιτροπής ως κεντρικού διαπραγματευτή με υπερδυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ, μεταφέρει ακόμη περισσότερη ισχύ από τα κράτη-μέλη στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Αυτό δημιουργεί ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία, ιδίως όταν οι αποφάσεις για δασμούς και πρόσβαση στην αγορά έχουν άμεσες επιπτώσεις σε θέσεις εργασίας και επενδύσεις σε εθνικό επίπεδο.
Παράλληλα, η συζήτηση για τους δασμούς συνδέεται με τον ευρωπαϊκό προβληματισμό για μια πιο ενεργή βιομηχανική πολιτική. Εάν η ΕΕ αποδεχθεί ευρεία άρση δασμών χωρίς αντίστοιχα εργαλεία στήριξης και αναδιάρθρωσης για τους πιο ευάλωτους κλάδους, κινδυνεύει να ενισχύσει τις εσωτερικές ανισότητες. Αντίθετα, μια συμφωνία που θα συνοδευτεί από στοχευμένα ευρωπαϊκά προγράμματα επενδύσεων και πράσινου μετασχηματισμού θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, μια ουσιαστική μείωση δασμών μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ ανοίγει διττό παράθυρο ευκαιριών και προκλήσεων. Από τη μία πλευρά, ενισχύεται η προοπτική εξαγωγών σε αγροδιατροφικά προϊόντα υψηλής ποιότητας, φαρμακευτικά και υπηρεσίες, εφόσον οι ελληνικές επιχειρήσεις αξιοποιήσουν την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά με οργανωμένη στρατηγική. Από την άλλη, η ενδεχόμενη αύξηση ανταγωνισμού από αμερικανικά προϊόντα σε ευαίσθητους κλάδους (π.χ. κρέας, γαλακτοκομικά, μεταποίηση) καθιστά αναγκαία μια πιο ενεργή εθνική βιομηχανική πολιτική, με έμφαση στην καινοτομία, την πιστοποίηση και την κλίμακα παραγωγής. Η Αθήνα οφείλει να παρακολουθεί στενά τις διαπραγματεύσεις και να προετοιμάσει στοχευμένα μέτρα στήριξης για όσους κλάδους θα βρεθούν εκτεθειμένοι στον διατλαντικό ανταγωνισμό.






