Η Brown‑Forman, παραγωγός του Jack Daniel’s, απέρριψε πρόταση εξαγοράς 15 δισ. δολαρίων από τη Sazerac, παρά τη στήριξη μεγάλων χρηματοδοτών.
Η αμερικανική εταιρεία ποτών Brown‑Forman Corporation, γνωστή διεθνώς ως παραγωγός του ουίσκι Jack Daniel’s, φέρεται να απέρριψε πρόταση εξαγοράς ύψους 15 δισ. δολαρίων από τη Sazerac, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal που επικαλείται πηγές με γνώση των διαπραγματεύσεων.
Οι όροι της πρότασης και οι χρηματοδότες
Η προσφορά της Sazerac, μιας επίσης ισχυρής παρουσίας στην αγορά αλκοολούχων ποτών, ήταν αποτιμημένη στα 15 δισ. δολάρια και, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, προέβλεπε τιμή περίπου 32 δολαρίων ανά μετοχή της Brown‑Forman. Η χρηματοδότηση της συναλλαγής φέρεται να είχε εξασφαλιστεί με τη στήριξη της Wells Fargo και της Apollo Global Management, δύο σημαντικών παικτών στον τραπεζικό και επενδυτικό χώρο των ΗΠΑ. Παρά το μέγεθος και την κεφαλαιακή ισχύ της πρότασης, η Brown‑Forman ενημέρωσε τη Sazerac ότι την απορρίπτει, επιλέγοντας να παραμείνει ανεξάρτητη υπό την παρούσα μετοχική και διοικητική της δομή.
Αποτυχημένες συζητήσεις με Pernod Ricard και δυναμική του κλάδου
Παράλληλα, η Brown‑Forman φέρεται να είχε πρόσφατα βολιδοσκοπήσει το ενδεχόμενο συνδυασμού με την Pernod Ricard, παραγωγό της βότκας Absolut και έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους ποτών παγκοσμίως. Οι σχετικές συνομιλίες, ωστόσο, κατέληξαν σε αδιέξοδο τον προηγούμενο μήνα, χωρίς συμφωνία. Το γεγονός ότι η εταιρεία βρίσκεται στο επίκεντρο τόσο εξαγορών όσο και πιθανών συγχωνεύσεων αναδεικνύει τη στρατηγική αξία ισχυρών brands όπως το Jack Daniel’s σε μια παγκόσμια αγορά ποτών που συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο γύρω από λίγους πολυεθνικούς ομίλους. Η απόρριψη της πρότασης της Sazerac δείχνει ότι η διοίκηση της Brown‑Forman αξιολογεί πως οι προοπτικές αυτόνομης ανάπτυξης, ή εναλλακτικών συνεργασιών, μπορούν να δημιουργήσουν μεγαλύτερη αξία για τους μετόχους από μια άμεση πώληση, ακόμη και με υψηλό τίμημα.
Σχόλιο
: Η κίνηση της Brown‑Forman να απορρίψει μια τόσο ισχυρά χρηματοδοτημένη πρόταση επιβεβαιώνει τη διαπραγματευτική ισχύ των κατόχων κορυφαίων brands στον κλάδο των premium ποτών και προϊδεάζει για περαιτέρω ανακατατάξεις και συγκέντρωση στην παγκόσμια αγορά.






