Ο Τζέιμισον Γκριρ είναι ο τεχνοκράτης που καλείται να διασώσει και να μονιμοποιήσει το πιο αμφιλεγόμενο εργαλείο της οικονομικής πολιτικής Τραμπ: τους δασμούς. Ανάμεσα σε νομικές ήττες, πληθωριστικές πιέσεις και εκλογικούς υπολογισμούς, επιχειρεί να χτίσει ένα νέο, πιο «ανθεκτικό» καθεστώς εμπορικού προστατευτισμού.
Στην καρδιά της αμερικανικής βιομηχανικής ζώνης, σε ένα εργοστάσιο στο Μίσιγκαν, ο Αμερικανός Εκπρόσωπος για το Εμπόριο Τζέιμισον Γκριρ περιοδεύει ανάμεσα σε μηχανές και εργάτες, επιχειρώντας κάτι που δεν είναι ακριβώς στη φύση του: να «πουλήσει» την εμπορική ατζέντα του Ντόναλντ Τραμπ. Ο αυτοχαρακτηριζόμενος «trade nerd» έχει αναλάβει την αποστολή να κάνει τους δασμούς όχι απλώς εργαλείο διαπραγμάτευσης, αλλά μόνιμο πυλώνα της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής.
Από τη νομική ήττα στο νέο οπλοστάσιο δασμών
Η στρατηγική Τραμπ στηρίχθηκε αρχικά στον νόμο International Emergency Economic Powers Act (IEEPA), τον οποίο ο Λευκός Οίκος χρησιμοποίησε για να δικαιολογήσει μαζικούς δασμούς σχεδόν σε όλο τον κόσμο, επικαλούμενος ως «εθνική έκτακτη ανάγκη» το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ. Η απόφαση όμως του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Απρίλιο να μπλοκάρει αυτή τη χρήση του IEEPA κατέρριψε τον νομικό πυλώνα της πολιτικής του.
Ο Τραμπ δεν υποχώρησε. Αντιθέτως, ανέθεσε στον Γκριρ να βρει νέες νομικές βάσεις για την επαναφορά και μονιμοποίηση των δασμών. Η απάντηση ήταν ένα πολυεπίπεδο σχήμα: βραχυπρόθεσμοι δασμοί 10% σχεδόν σε όλες τις χώρες για 150 ημέρες, βάσει του Section 122 του Trade Act του 1974, και μια μακροπρόθεσμη αρχιτεκτονική μέσω του Section 301 του ίδιου νόμου, που επιτρέπει δασμούς κατά «αθέμιτων εμπορικών πρακτικών» μετά από έρευνες και διαβουλεύσεις.
Παράλληλα, παραμένουν ενεργοί οι δασμοί που είχαν επιβληθεί με το Section 232 του Trade Expansion Act του 1962, στο όνομα της εθνικής ασφάλειας, σε στρατηγικούς κλάδους όπως χάλυβας, αλουμίνιο, ξυλεία, φάρμακα. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει ακόμη κληθεί να κρίνει αυτή την εξουσία, αφήνοντας ένα σημαντικό τμήμα του προστατευτισμού Τραμπ ανέπαφο.
Πολιτική πίεση, πληθωρισμός και ο ρόλος του Γκριρ
Η νομική μηχανική όμως είναι μόνο η μισή μάχη. Οι δασμοί έχουν συμβάλει στην άνοδο του κόστους ζωής, σε μια συγκυρία όπου ο πόλεμος με το Ιράν ωθεί προς τα πάνω και τις τιμές καυσίμων. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ιστορικά χαμηλή έγκριση για τον Τραμπ, με μεγάλη πλειονότητα των Αμερικανών να αποδοκιμάζει τον τρόπο που διαχειρίζεται το κόστος ζωής. Ρεπουμπλικάνοι υποψήφιοι, όπως ο Τζον Τζέιμς στο Μίσιγκαν, επιχειρούν να «μαλακώσουν» τη ρητορική, μιλώντας για «αμοιβαίους» και «δίκαιους» δασμούς, όχι για δασμούς «για πάντα».
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Γκριρ εκτοξεύεται από τα παρασκήνια στο προσκήνιο. Ταξιδεύει εντατικά, κλείνει συμφωνίες «αμοιβαιότητας» με εννέα χώρες, συμμετέχει σε G7 και περιοδείες σε εργοστάσια, χτίζοντας φήμη ως τεχνοκράτης που φέρνει «ανθεκτικές» συμφωνίες που αντέχουν σε δικαστικές προσφυγές και πολιτικές εναλλαγές. Ταυτόχρονα, βρίσκεται υπό πίεση να συμφιλιώσει τρεις αντικρουόμενες απαιτήσεις: την εμμονή του προέδρου με υψηλούς δασμούς, τις εξαγωγικές ανάγκες βιομηχανιών και αγροτών και την εκλογική απαίτηση για χαμηλότερες τιμές.
Διεθνείς ισορροπίες και το μήνυμα προς τους εταίρους
Οι εμπορικοί εταίροι έχουν βιώσει ήδη την «οικονομική πυγμή» των ΗΠΑ: απειλές για τεράστιους δασμούς έφεραν στο τραπέζι Ιαπωνία, Κορέα και ΕΕ, με αντάλλαγμα παραχωρήσεις και αποδοχή δασμών που θα ήταν αδιανόητοι λίγα χρόνια πριν. Πολλές από αυτές τις συμφωνίες άντεξαν ακόμη και μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, αφού βασίζονται σε ξεχωριστά νομικά εργαλεία.
Ο Γκριρ αξιοποιεί αυτή τη δυναμική, ξεκινώντας έρευνες για «αθέμιτες πρακτικές» σε 96 χώρες, με στόχο να θεμελιώσει μέσω Section 301 ένα καθεστώς δασμών με διάρκεια «πολλών, πολλών ετών», όπως σημειώνουν πρώην αξιωματούχοι. Η διεθνής κοινότητα τον βλέπει ως αθόρυβο αλλά ολοένα ισχυρό παράγοντα, που μεταφράζει τις πολιτικές παρορμήσεις Τραμπ σε δεσμευτικά νομικά κείμενα.
Το αν αυτή η στρατηγική θα αντέξει τις πιέσεις της αμερικανικής κοινής γνώμης, τις ενδορεπουμπλικανικές αντιστάσεις και μια ενδεχόμενη αλλαγή κυβέρνησης το 2029, θα κριθεί τελικά όχι στα δικαστήρια, αλλά στην κάλπη. Μέχρι τότε, ο Γκριρ συνεχίζει να ακούει σχεδόν καθημερινά την ίδια ερώτηση από τον πρόεδρο: «Πρέπει να είναι πιο ψηλοί οι δασμοί;» – και να απαντά: «Δουλεύουμε πάνω σε αυτό, κύριε πρόεδρε».
Σχόλιο
: Η περίπτωση Γκριρ δείχνει πώς ο αμερικανικός προστατευτισμός περνά από το επίπεδο της πολιτικής ρητορικής σε μια νέα, θεσμικά θωρακισμένη φάση. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι οι εμπορικές εντάσεις με τις ΗΠΑ δεν είναι παροδικό φαινόμενο, αλλά τάση που μπορεί να διαμορφώσει το παγκόσμιο εμπόριο για χρόνια, απαιτώντας ψύχραιμη προσαρμογή στρατηγικής και συμμαχιών.






