Η Αβάνα ανεβάζει τους τόνους απέναντι στην Ουάσινγκτον, με τον Ντίας-Κανέλ να μιλά για «διεθνές έγκλημα» σε ενδεχόμενη επέμβαση. Πίσω από τη ρητορική, διαμορφώνεται ένα νέο, πιο επικίνδυνο πεδίο αντιπαράθεσης με φόντο drones, κυρώσεις και περιφερειακή ασφάλεια.
Η δημόσια προειδοποίηση του προέδρου της Κούβας Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ ότι τυχόν στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών θα οδηγήσει σε «λουτρό αίματος» με «ανυπολόγιστες συνέπειες» επαναφέρει στο προσκήνιο μία από τις πιο εύφλεκτες γραμμές ρήξης της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Η αντιπαράθεση Ουάσινγκτον–Αβάνας, ιστορικά φορτισμένη, αποκτά πλέον νέα διάσταση μέσα από τις καταγγελίες για αγορά εκατοντάδων drones από τη Ρωσία και το Ιράν.
Τι δήλωσε ο Ντίας-Κανέλ και γιατί τώρα
Ο Κουβανός πρόεδρος, με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, υποστήριξε ότι «η ίδια η απειλή συνιστά ήδη διεθνές έγκλημα» και ότι, αν υλοποιηθεί, θα προκαλέσει «λουτρό αίματος με ανυπολόγιστες συνέπειες» για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή. Παράλληλα επέμεινε ότι η Κούβα «δεν αποτελεί απειλή για καμία χώρα, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών», επιχειρώντας να μεταφέρει την πίεση στο διπλωματικό πεδίο και να εμφανιστεί ως αμυνόμενος παίκτης.
Οι δηλώσεις του ήρθαν σε άμεση συνέχεια δημοσιεύματος του Axios, σύμφωνα με το οποίο η Αβάνα φέρεται να έχει προμηθευτεί έως και 300 μη επανδρωμένα αεροσκάφη από τη Ρωσία και το Ιράν, ενώ ο Ντίας-Κανέλ φερόταν να εξετάζει σχέδια επιθετικής χρήσης τους κατά των ΗΠΑ. Με τη δημόσια αποκήρυξη κάθε επιθετικού σχεδίου, ο Κουβανός ηγέτης επιχειρεί να προλάβει ένα αφήγημα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην Ουάσινγκτον ως πρόσχημα για σκλήρυνση της στάσης ή ακόμη και για στρατιωτική κλιμάκωση.
Ο ρόλος των drones και η νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική
Η υπόθεση των drones δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά ένδειξη βαθύτερης μετατόπισης. Η Κούβα, παραδοσιακά συνδεδεμένη με τη Μόσχα, εμφανίζεται να εντάσσεται σε ένα χαλαρό πλέγμα συνεργασίας με τη Ρωσία και το Ιράν, δύο χώρες που βρίσκονται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Η είσοδος μη επανδρωμένων συστημάτων σε ένα ήδη ευαίσθητο περιβάλλον, όπως η Καραϊβική, αλλάζει τους υπολογισμούς κόστους–οφέλους για όλες τις πλευρές.
Για την Ουάσινγκτον, η προοπτική ξένης τεχνολογίας drones λίγα μίλια από τη Φλόριντα θυμίζει σε επίπεδο συμβολισμού την κρίση των πυραύλων του 1962, έστω και σε διαφορετική κλίμακα. Για την Αβάνα, η ενίσχυση με drones μπορεί να θεωρείται «φθηνή αποτροπή» απέναντι σε μια υπέρτερη στρατιωτική δύναμη, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τον κίνδυνο παρεξηγήσεων, ατυχημάτων ή προβοκάτσιας που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Από την αποκλιμάκωση Ομπάμα στην επαναφορά της σύγκρουσης
Η Κούβα βρέθηκε τα τελευταία χρόνια σε εκκρεμές πολιτικής από την αμερικανική πλευρά. Η προσπάθεια εξομάλυνσης επί Μπαράκ Ομπάμα, με άνοιγμα διπλωματικών σχέσεων και σταδιακή χαλάρωση των κυρώσεων, ανετράπη επί Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επανέφερε τον σκληρό οικονομικό αποκλεισμό και ενίσχυσε τις κυρώσεις. Η σημερινή αμερικανική ηγεσία, με τον Ντόναλντ Τραμπ ξανά στον Λευκό Οίκο, κινείται περισσότερο στη γραμμή της πίεσης παρά της προσέγγισης.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι κατηγορίες για drones και οι βαριές δηλώσεις της Αβάνας λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές έντασης. Το καθεστώς των κυρώσεων έχει ήδη βαθύνει την οικονομική κρίση στο νησί, με επιπτώσεις στην ενέργεια, στα τρόφιμα και στη μετανάστευση. Μια περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της κρίσης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και από τις δύο πλευρές για εσωτερική κατανάλωση: στην Κούβα για να συσπειρωθεί η κοινωνία γύρω από την ηγεσία, στις ΗΠΑ για να παρουσιαστεί μια «σκληρή» στάση απέναντι σε ένα παραδοσιακό «αντίπαλο» στη γειτονιά τους.
Περιφερειακή ασφάλεια και μακροπρόθεσμες συνέπειες
Η προειδοποίηση για «λουτρό αίματος» δεν αφορά μόνο τις διμερείς σχέσεις. Μια ένοπλη σύγκρουση στην Καραϊβική θα επηρέαζε άμεσα τις ροές ενέργειας, τις θαλάσσιες μεταφορές και τις αγορές τροφίμων σε ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Η περιοχή αποτελεί κρίσιμο διάδρομο για το παγκόσμιο εμπόριο, ενώ η αποσταθεροποίηση θα μπορούσε να προκαλέσει νέα, μαζικά μεταναστευτικά κύματα προς τις ΗΠΑ και άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Σε θεσμικό επίπεδο, μια μονομερής στρατιωτική ενέργεια θα έθετε υπό δοκιμασία τον ρόλο οργανισμών όπως ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών και ο ΟΗΕ, αλλά και την αξιοπιστία του διεθνούς δικαίου. Η επίκληση από την Αβάνα του όρου «διεθνές έγκλημα» εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση κρατών που προσπαθούν να θωρακιστούν νομικά απέναντι στην προοπτική επέμβασης, αξιοποιώντας τη γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της συλλογικής ασφάλειας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η κρίση ΗΠΑ–Κούβας λειτουργεί κυρίως ως δείκτης ευρύτερης γεωπολιτικής αστάθειας στο δυτικό ημισφαίριο. Τυχόν κλιμάκωση στην Καραϊβική θα μπορούσε να επηρεάσει το παγκόσμιο θαλάσσιο εμπόριο και τα ναύλα, με άμεσες συνέπειες για τη ναυτιλία και τις ελληνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε μεταφορές ενέργειας και ξηρού φορτίου. Παράλληλα, μια νέα ένταση με ρωσική και ιρανική εμπλοκή ενισχύει το κλίμα αβεβαιότητας στις αγορές ενέργειας, κάτι που η Αθήνα οφείλει να συνυπολογίζει στον σχεδιασμό ενεργειακής ασφάλειας και διαφοροποίησης πηγών προμήθειας.






