Η νέα ουγγρική ηγεσία θέτει ως στόχο την υιοθέτηση του ευρώ έως το 2030 και ταυτόχρονα επιχειρεί θεαματική επαναπροσέγγιση με τις Βρυξέλλες. Το εγχείρημα όμως σκοντάφτει σε βαρύ δημοσιονομικό υπόβαθρο, ασθενική οικονομία και σκεπτικισμό από εταίρους και αναλυτές.
Η αλλαγή φρουράς στη Βουδαπέστη συνοδεύεται από μια σαφή στρατηγική μετατόπιση: ο επόμενος πρωθυπουργός Πέτερ Μάγκιαρ θέτει ως κεντρικό στόχο την προετοιμασία της Ουγγαρίας για ένταξη στην ευρωζώνη μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί απομάκρυνση από την «ανελεύθερη» πορεία της εποχής Όρμπαν και απόπειρα επιστροφής στον ευρωπαϊκό «κύριο ρου».
Δημοσιονομικά βαρίδια και ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα
Ο νέος σχεδιασμός ξεκινά από δυσμενή αφετηρία. Ο Βίκτορ Όρμπαν παραδίδει μια οικονομία με χαμηλή ανάπτυξη, υψηλό έλλειμμα και επίμονο πληθωρισμό, ενώ οι σχέσεις με την ΕΕ έχουν διαβρωθεί από πολυετείς συγκρούσεις για το κράτος δικαίου. Αναλυτές τονίζουν ότι η Ουγγαρία σήμερα απέχει σημαντικά από τα κριτήρια του Μάαστριχτ για ένταξη στο ευρώ – πληθωρισμός, δημόσιο χρέος, δημοσιονομικό έλλειμμα, επιτόκια και σταθερότητα νομίσματος.
Η Τίσα, το κόμμα του Μάγκιαρ, καλείται να περιορίσει δραστικά τις δημόσιες δαπάνες για να τιθασεύσει το έλλειμμα, την ώρα που ο ίδιος έχει δεσμευθεί να διατηρήσει πολλές από τις γενναιόδωρες πολιτικές Όρμπαν και ταυτόχρονα να επιταχύνει τις αμυντικές δαπάνες για την κάλυψη των στόχων του ΝΑΤΟ. Ορισμένοι οικονομολόγοι, όπως αναλυτές της Economist Intelligence Unit, εκτιμούν ότι η επίτευξη των κριτηρίων έως το 2030 είναι «αδύνατη», ενώ η κεντρική τράπεζα προειδοποιεί ότι το χρονοδιάγραμμα είναι υπερβολικά φιλόδοξο.
Κρίσιμος παράγοντας είναι και η αποδέσμευση περίπου 17 δισ. ευρώ ευρωπαϊκών κονδυλίων που έχουν παγώσει λόγω οπισθοδρόμησης στο κράτος δικαίου επί Όρμπαν. Από αυτά, 10 δισ. ευρώ πρέπει να δεσμευθούν μέχρι τον Αύγουστο, διαφορετικά θα χαθούν οριστικά, περιορίζοντας δραματικά τον δημοσιονομικό χώρο της νέας κυβέρνησης.
Οικονομικά οφέλη, πολιτικοί κίνδυνοι και μνήμη ελληνικής κρίσης
Παρά τις δυσκολίες, η πορεία προς το ευρώ υπόσχεται σημαντικά οφέλη για την ουγγρική οικονομία. Η επίσημη κατάθεση αίτησης ένταξης αναμένεται να ενισχύσει τη σταθερότητα του φιορινιού, να μειώσει τον πληθωρισμό και τα επιτόκια και να συμπιέσει το κόστος δανεισμού για το Δημόσιο και τις επιχειρήσεις, υπό την επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Μακροπρόθεσμα, η υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος θα εξαλείψει τον συναλλαγματικό κίνδυνο και τα κόστη μετατροπής, κρίσιμο στοιχείο για μια οικονομία με εξαγωγικό προσανατολισμό προς την ευρωζώνη.
Ωστόσο, οι εταίροι της ευρωζώνης εμφανίζονται επιφυλακτικοί. Η αδύναμη οικονομία, το υψηλό έλλειμμα και η θεσμική φθορά των τελευταίων 16 ετών αναζωπυρώνουν μνήμες της ελληνικής κρίσης χρέους, που αποδείχθηκε «μεταδοτική» και δαπανηρή για το σύνολο του μπλοκ. Πολλοί φοβούνται επίσης ότι μια μελλοντική πολιτική αναδίπλωση στη Βουδαπέστη –ιδίως μετά τις εκλογές του 2030– θα μπορούσε να επαναφέρει την Ουγγαρία σε αυταρχική τροχιά, αυτή τη φορά εντός της ευρωζώνης.
Παρά τις επιφυλάξεις, οι Βρυξέλλες βλέπουν θετικά τη στροφή. Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μίλησε για «επιστροφή στον ευρωπαϊκό δρόμο», ενώ η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ έχει χαρακτηρίσει την ένταξη στο ευρώ «φυσική κατάληξη» για τα κράτη-μέλη. Η Ουγγαρία, που δεσμεύθηκε για το κοινό νόμισμα ήδη από την ένταξή της στην ΕΕ το 2004, επιχειρεί τώρα να ακολουθήσει το παράδειγμα της Σλοβακίας, η οποία αξιοποίησε την είσοδο στο ευρώ για να μετατραπεί στον «Τίγρη των Τάτρας».
Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι περίπου το 75% των Ούγγρων στηρίζει την υιοθέτηση του ευρώ, αν και αναγνωρίζει ότι η χώρα δεν είναι ακόμη έτοιμη. Αντίθετα, στην Τσεχία και την Πολωνία η κοινή γνώμη παραμένει αρνητική, φοβούμενη πληθωρισμό και απώλεια νομισματικής κυριαρχίας. Η Βουδαπέστη φιλοδοξεί να αποδείξει ότι η βαθύτερη ένταξη στην ευρωζώνη μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της περιοχής απέναντι στις ΗΠΑ και να αποκαταστήσει τις γέφυρες με την ΕΕ.
Σχόλιο
: Η στροφή Μάγκιαρ προς το ευρώ είναι ταυτόχρονα οικονομικό και γεωπολιτικό στοίχημα: αν πετύχει, θα επαναφέρει την Ουγγαρία από την περιφέρεια στον πυρήνα της ΕΕ· αν αποτύχει, θα ενισχύσει τα επιχειρήματα όσων στην Ευρώπη φοβούνται νέες «ελληνικές» κρίσεις και θα τροφοδοτήσει τον ευρωσκεπτικισμό στην Κεντρική Ευρώπη.






