Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι καταγγέλλει εκατοντάδες ρωσικά πλήγματα σε ένα 24ωρο, την ώρα που το Κίεβο μιλά για εκεχειρία. Η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική της ειρήνης και στην πραγματικότητα του μετώπου μεγαλώνει επικίνδυνα.
Η ουκρανική προεδρία επιχείρησε τις τελευταίες ημέρες να επαναφέρει στο τραπέζι τη συζήτηση για εκεχειρία, όμως τα δεδομένα από το πεδίο δείχνουν το ακριβώς αντίθετο. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανακοίνωσε ότι μέσα σε ένα μόνο 24ωρο καταγράφηκαν πάνω από 140 πλήγματα, 10 νυχτερινές επιθετικές επιχειρήσεις και περισσότερες από 850 επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, επιθετικά και αναγνωριστικά. Όπως σημείωσε ο ίδιος, «όλα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα ότι δεν υπήρξε ούτε καν προσχηματική προσπάθεια από ρωσικής πλευράς για κατάπαυση του πυρός στο μέτωπο».
Τι δείχνει η ένταση των επιθέσεων για τη ρωσική στρατηγική;
Ο όγκος των πληγμάτων που περιγράφει ο Ζελένσκι παραπέμπει σε μια Μόσχα που θεωρεί ότι έχει ακόμη στρατιωτική ορμή και περιθώριο να πιέσει στο πεδίο, πριν κληθεί σε οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση. Η εκτεταμένη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών –επιθετικών και αναγνωριστικών– υποδηλώνει μια στρατηγική φθοράς, με στόχο να εξαντληθούν τα ουκρανικά αποθέματα αντιαεροπορικών συστημάτων, πυρομαχικών και ανθρώπινου δυναμικού. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε δημόσια αναφορά του Κιέβου σε εκεχειρία λειτουργεί περισσότερο ως διπλωματικό μήνυμα προς τη Δύση παρά ως ρεαλιστικό βήμα επί του πεδίου.
Η Μόσχα, διατηρώντας υψηλό ρυθμό επιθέσεων, στέλνει παράλληλα μήνυμα και προς τους δυτικούς υποστηρικτές της Ουκρανίας: ότι το κόστος της μακροχρόνιας στήριξης θα παραμείνει υψηλό, οικονομικά και πολιτικά. Η απουσία έστω και συμβολικής αποκλιμάκωσης στις γραμμές επαφής υπογραμμίζει πως, για το Κρεμλίνο, η στρατιωτική πίεση παραμένει το βασικό εργαλείο διαπραγμάτευσης.
Γιατί ο Ζελένσκι επιμένει δημοσίως στα πλήγματα;
Η επιλογή του Ζελένσκι να δημοσιοποιήσει με λεπτομέρειες τον αριθμό των επιθέσεων έχει διπλή στόχευση. Πρώτον, να ενισχύσει το εσωτερικό ηθικό, προβάλλοντας μια εικόνα στρατού που «συνεχίζει να υπερασπίζεται τον λαό» παρά την πίεση. Δεύτερον, να υπενθυμίσει στους δυτικούς συμμάχους ότι κάθε καθυστέρηση σε χρηματοδότηση και οπλικά συστήματα μεταφράζεται άμεσα σε περισσότερα πλήγματα εντός ουκρανικού εδάφους.
Σε πολιτικό επίπεδο, η ανάδειξη της έντασης των ρωσικών επιθέσεων λειτουργεί ως επιχείρημα κατά οποιωνδήποτε φωνών στη Δύση που ζητούν «πάγωμα» της σύγκρουσης με όρους de facto αποδοχής των ρωσικών κερδών. Όσο η Μόσχα εμφανίζεται να κλιμακώνει αντί να αποκλιμακώνει, ο Ζελένσκι μπορεί να υποστηρίζει ότι μια βεβιασμένη εκεχειρία θα παγίωνε μία δυσμενή για το Κίεβο γραμμή.
Μακροπρόθεσμος πόλεμος φθοράς και οικονομικό κόστος
Η περιγραφή των επιθέσεων επιβεβαιώνει ότι ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε μακροχρόνια σύγκρουση φθοράς, με τεράστιο οικονομικό αποτύπωμα. Για την Ουκρανία, η συνεχής ανάγκη για αντιαεροπορική άμυνα, επισκευές κρίσιμων υποδομών και στήριξη εκτοπισμένων πολιτών βαραίνει έναν προϋπολογισμό που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε εξωτερική βοήθεια. Για τη Ρωσία, η συνέχιση των επιχειρήσεων σημαίνει σταθερή κατανάλωση πόρων, αλλά και εδραίωση της πολεμικής οικονομίας που έχει ήδη προσαρμοστεί στις κυρώσεις.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάθε νέο κύμα επιθέσεων τροφοδοτεί την ανάγκη για επιπλέον πακέτα στήριξης προς το Κίεβο, άρα και για αναθεώρηση εθνικών προϋπολογισμών. Η συζήτηση δεν είναι μόνο αμυντική, αλλά και βιομηχανική: η Ευρώπη καλείται να αναβαθμίσει την παραγωγή αμυντικού υλικού, μετατρέποντας μια έκτακτη κρίση σε δομική μεταβολή της οικονομικής της αρχιτεκτονικής.
Τι σημαίνει η απουσία εκεχειρίας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια;
Η επιμονή της Ρωσίας στις επιθέσεις, παρά τις δημόσιες αναφορές της Ουκρανίας σε εκεχειρία, εντείνει τον φόβο ότι η σύγκρουση θα παραμείνει «παγωμένα θερμή» για χρόνια. Αυτό αναγκάζει την Ευρωπαϊκή Ένωση να σχεδιάζει όχι μόνο βραχυπρόθεσμες κινήσεις στήριξης, αλλά και μακροπρόθεσμη στρατηγική αποτροπής στα ανατολικά της σύνορα. Η συζήτηση για κοινή ευρωπαϊκή άμυνα, για αύξηση δαπανών και για ενεργειακή αυτονόμηση από τη Ρωσία συνδέεται άμεσα με τη διαρκή ένταση στο ουκρανικό μέτωπο.
Παράλληλα, η κατάσταση επηρεάζει και τις παγκόσμιες αγορές τροφίμων και ενέργειας. Κάθε κλιμάκωση στο μέτωπο της Ουκρανίας αναζωπυρώνει ανησυχίες για εξαγωγές σιτηρών από τη Μαύρη Θάλασσα και για την ασφάλεια κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων, με άμεσο αντίκτυπο στις τιμές και στον πληθωρισμό διεθνώς.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, κάθε παράταση του πολέμου σημαίνει ότι η «πολεμική πριμοδότηση» στις τιμές ενέργειας και μεταφορών παραμένει ενσωματωμένη στο κόστος λειτουργίας επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Η ναυτιλία και οι εξαγωγικές επιχειρήσεις ωφελούνται βραχυπρόθεσμα από τις υψηλότερες ναύλες και τις ανάγκες ανακατεύθυνσης εμπορίου, αλλά αυτό συνοδεύεται από αυξημένο ρίσκο και μεταβλητότητα. Για την Αθήνα, το ουκρανικό μέτωπο δεν είναι απλώς γεωπολιτικό ζήτημα, αλλά παράγοντας που θα συνεχίσει να επηρεάζει έμμεσα τον πληθωρισμό, την ενεργειακή στρατηγική και τη συζήτηση για αμυντικές δαπάνες, περιορίζοντας τον δημοσιονομικό χώρο για αναπτυξιακές πολιτικές.






