Το Κίεβο επιχειρεί θεσμική επανεκκίνηση με τη Βουδαπέστη, με το βλέμμα στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις και το τέλος του πολέμου. Η κίνηση Ζελένσκι δείχνει ότι η Ουκρανία δεν διαπραγματεύεται μόνο με τη Ρωσία, αλλά και με τους δύσκολους εταίρους εντός ΕΕ.
Η δημόσια αναφορά του Βολοντίμιρ Ζελένσκι σε «προοπτικές εποικοδομητικής επανεκκίνησης» των σχέσεων με την Ουγγαρία σηματοδοτεί μια στροφή σε ένα από τα πιο περίπλοκα διπλωματικά μέτωπα της Ουκρανίας εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετά από χρόνια αμοιβαίας καχυποψίας, το Κίεβο επιχειρεί να μετατρέψει έναν απρόθυμο εταίρο σε αναγκαίο συνομιλητή, σε μια στιγμή που οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις και η χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης καθιστούν κάθε βέτο κρίσιμο.
Τι αλλάζει στις σχέσεις Κιέβου – Βουδαπέστης
Ο Ζελένσκι, σχολιάζοντας στην πλατφόρμα Χ, τόνισε ότι «σε επίπεδο ομάδων διατηρούμε ενεργό διάλογο με τις νέες ουγγρικές αρχές» και ότι υπάρχουν προοπτικές για επανεκκίνηση των διμερών σχέσεων. Η αναφορά σε «νέες αρχές» παραπέμπει σε μια προσπάθεια του Κιέβου να εκμεταλλευθεί τυχόν ανακατατάξεις στο ουγγρικό πολιτικό σύστημα, ακόμη και αν η στρατηγική κατεύθυνση της Βουδαπέστης παραμένει επιφυλακτική έναντι της σκληρής γραμμής κατά της Μόσχας.
Σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο, ο υπουργός Εξωτερικών Αντρίι Σίμπιχα και άλλοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι προετοιμάζουν «διμερή διαβούλευση» με την Ουγγαρία. Η επιλογή της φόρμουλας των θεσμικών διαβουλεύσεων δείχνει ότι το Κίεβο επιδιώκει να αποσυνδέσει τα διμερή προβλήματα (μειονότητες, γλωσσικά δικαιώματα, ενεργειακή εξάρτηση) από τα μεγάλα ευρωπαϊκά πακέτα στήριξης, ώστε να περιοριστεί η δυνατότητα της Βουδαπέστης να τα χρησιμοποιεί ως διαπραγματευτικό μοχλό.
Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις στην ΕΕ ως κεντρικό διακύβευμα
Ο Ζελένσκι αποκάλυψε ότι συζητήθηκε με τον υπουργό Εξωτερικών η συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για το άνοιγμα «συστάδων» (clusters) στο πλαίσιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Ουκρανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έμφαση σε «σαφές χρονοδιάγραμμα» δείχνει την αγωνία του Κιέβου να αποφύγει ένα σενάριο παρατεταμένης αναμονής, όπου κάθε κράτος-μέλος μπορεί να μπλοκάρει κεφάλαια με το παραμικρό διμερές ζήτημα.
Η Ουγγαρία έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να αξιοποιεί θεσμικά εργαλεία της ΕΕ για να προωθεί τις δικές της προτεραιότητες, είτε σε θέματα κράτους δικαίου είτε σε ενεργειακά συμβόλαια με τη Ρωσία. Μια πιο ήρεμη σχέση Κιέβου – Βουδαπέστης θα αφαιρούσε από την ουγγρική κυβέρνηση ένα σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί, ενώ θα μείωνε τον κίνδυνο να μετατραπεί η ενταξιακή πορεία της Ουκρανίας σε πεδίο εσωτερικών ευρωπαϊκών εκβιασμών.
Ο πόλεμος, οι μυστικές «εντολές» και η ευρωπαϊκή διαμεσολάβηση
Ο Ουκρανός πρόεδρος ανέφερε ότι έχουν οριστεί «ξεχωριστές αποστολές» σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου και την «ενδεχόμενη εκπροσώπηση της Ευρώπης» σε αυτή τη διαδικασία, διευκρινίζοντας ότι προς το παρόν δεν είναι δημόσιες. Η διατύπωση υποδηλώνει προσπάθεια προετοιμασίας εναλλακτικών καναλιών, όπου ορισμένα κράτη-μέλη ή θεσμοί της ΕΕ θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως γέφυρα, χωρίς να εμφανιστούν ανοικτά ως διαμεσολαβητές.
Για την Ουγγαρία, η οποία έχει διατηρήσει πιο ήπιους τόνους έναντι της Μόσχας και έχει επενδύσει σε ρόλο «ιδιότυπου μεσολαβητή», μια τέτοια εξέλιξη αποτελεί ευκαιρία να κεφαλαιοποιήσει τη διαφοροποίησή της εντός ΕΕ. Για την Ουκρανία, όμως, η πρόκληση είναι να αξιοποιήσει κάθε δίαυλο που δεν υπονομεύει τη βασική της στρατηγική: ότι η όποια διευθέτηση δεν θα νομιμοποιεί την αλλαγή συνόρων διά της βίας.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική
Η προσπάθεια «επαναφοράς» με την Ουγγαρία δεν αφορά μόνο το ουκρανικό μέτωπο. Αγγίζει την καρδιά της ευρωπαϊκής θεσμικής ισορροπίας: τι σημαίνει διεύρυνση της ΕΕ όταν εντός της υπάρχουν κυβερνήσεις που αμφισβητούν βασικά κριτήρια κράτους δικαίου, και ταυτόχρονα αποκτούν επιπλέον βαρύτητα λόγω πολέμου και ενεργειακής μετάβασης.
Αν η Ουκρανία καταφέρει να χτίσει μια λειτουργική σχέση με τη Βουδαπέστη, θα έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαχειρίζεται όχι μόνο την πολεμική σύγκρουση, αλλά και τις πιο περίπλοκες ισορροπίες ενός κλαμπ 27 – ή 30+ – κρατών με αντικρουόμενα συμφέροντα. Αν αποτύχει, η ενταξιακή της πορεία κινδυνεύει να γίνει όμηρος εσωτερικών ευρωπαϊκών αντιπαραθέσεων, με άμεσο κόστος στη χρηματοδότηση, την ανοικοδόμηση και τη σταθερότητα της ανατολικής πτέρυγας της Ένωσης.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η απόπειρα εξομάλυνσης Ουκρανίας – Ουγγαρίας έχει τριπλή σημασία. Πρώτον, μια πιο προβλέψιμη πορεία ένταξης της Ουκρανίας μειώνει τη γεωπολιτική αστάθεια στην περιοχή, κάτι που επηρεάζει άμεσα τις ναυτιλιακές ροές και το ενεργειακό κόστος για την ελληνική οικονομία. Δεύτερον, η συζήτηση για «συστάδες» ενταξιακών κεφαλαίων προϊδεάζει για ένα πιο τεχνικό, σταδιακό μοντέλο διεύρυνσης, όπου η Αθήνα θα κληθεί να τοποθετηθεί και θεσμικά και οικονομικά (συμμετοχή σε χρηματοδοτικά εργαλεία ανοικοδόμησης, ανακατανομή πόρων συνοχής). Τρίτον, η διαχείριση των μειονοτικών ζητημάτων μεταξύ Κιέβου και Βουδαπέστης λειτουργεί ως άτυπο προηγούμενο για όλες τις χώρες με διασυνοριακές κοινότητες· η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί στενά το πώς η ΕΕ ισορροπεί ανάμεσα στην προστασία δικαιωμάτων και στην αποτροπή εργαλειοποίησής τους σε θεσμικό επίπεδο.






