Ουκρανία: Πιθανές εκλογές την άνοιξη του 2027 υπό όρους εκεχειρίας

Ο στενός συνεργάτης του Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανοίγει για πρώτη φορά παράθυρο χρονοδιαγράμματος για εκλογές, αλλά το συνδέει αυστηρά με μακροχρόνια εκεχειρία. Η συζήτηση για τη νομιμοποίηση των θεσμών μπαίνει στο επίκεντρο, καθώς Ουκρανία και Δύση αναζητούν σταθερότητα σε πόλεμο φθοράς.

Η δημόσια αναφορά του συμβούλου του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, Μιχάιλο Ποντολιάκ, ότι οι επόμενες ουκρανικές εκλογές «θα μπορούσαν» να διεξαχθούν την άνοιξη του 2027, αποτελεί την πρώτη σαφή νύξη χρονοδιαγράμματος μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής. Ωστόσο, ο ίδιος έθεσε μια κρίσιμη προϋπόθεση: προηγούμενη επίτευξη μακροχρόνιας εκεχειρίας με τη Ρωσία.

Η εκλογική εκκρεμότητα και το καθεστώς στρατιωτικού νόμου

Η Ουκρανία βρίσκεται σε ιδιότυπο θεσμικό κενό: οι τελευταίες προεδρικές και βουλευτικές εκλογές έγιναν το 2019, ενώ οι θητείες του προέδρου και της Βερχόβνα Ράντα έληξαν τυπικά τον Μάιο και τον Ιούλιο του 2024. Η παράταση της θητείας εδράζεται στο στρατιωτικό νόμο, που επιβλήθηκε μετά την έναρξη της ρωσικής στρατιωτικής επιχείρησης το 2022 και επιτρέπει την αναβολή εκλογικών διαδικασιών για λόγους ασφάλειας.

Η επιλογή του Κιέβου να μην προχωρήσει σε εκλογές εν μέσω πολέμου στηρίζεται τόσο σε πρακτικά ζητήματα –μεγάλο μέρος της επικράτειας είναι εμπόλεμη ζώνη ή υπό ρωσικό έλεγχο, εκατομμύρια πολίτες είναι εκτοπισμένοι– όσο και σε πολιτικά. Η κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει την εικόνα σταθερού κέντρου λήψης αποφάσεων σε μια σύγκρουση φθοράς, όπου η διαρκής στρατιωτική κινητοποίηση και η εξάρτηση από τη δυτική βοήθεια καθιστούν κάθε εκλογική αναμέτρηση εξαιρετικά περίπλοκη.

Γιατί «άνοιξη του 2027» και τι σημαίνει «μακροχρόνια εκεχειρία»;

Η αναφορά στην άνοιξη του 2027 λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικός ορίζοντας παρά ως δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα. Δίνει σήμα προς τους δυτικούς εταίρους ότι το Κίεβο αντιλαμβάνεται τη σημασία της δημοκρατικής περιοδικότητας, αλλά ταυτόχρονα μεταθέτει τη συζήτηση για μετά την κρίσιμη διετία 2025-2026, όταν θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η έκβαση του πολέμου και η αντοχή της δυτικής στήριξης.

Η απαίτηση «μακροχρόνιας εκεχειρίας» είναι εξίσου πολιτικά φορτισμένη. Δεν αναφέρεται σε μια απλή παύση πυρός, αλλά σε συνθήκες σχετικής ασφάλειας που θα επιτρέπουν οργάνωση εκλογικών τμημάτων, συμμετοχή εκτοπισμένων και αποφυγή εργαλειοποίησης της εκλογικής διαδικασίας από τη Μόσχα. Με άλλα λόγια, το Κίεβο θέλει να αποφύγει εκλογές που θα διεξάγονταν υπό συνεχή πυραυλική απειλή ή με αμφισβητούμενα σύνορα, κάτι που θα υπονόμευε εκ των προτέρων τη νομιμοποίηση του αποτελέσματος.

Θεσμική νομιμοποίηση και δυτικά διλήμματα

Καθώς ο πόλεμος παρατείνεται, το ερώτημα της θεσμικής νομιμοποίησης της ουκρανικής ηγεσίας γίνεται ολοένα πιο έντονο, ιδίως στην ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα. Οι δυτικές κυβερνήσεις στηρίζουν πολιτικά και οικονομικά μια χώρα της οποίας η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία λειτουργούν με παραταθείσα θητεία, γεγονός που σε βάθος χρόνου μπορεί να τροφοδοτήσει εσωτερικές και εξωτερικές αμφισβητήσεις.

Την ίδια στιγμή, η διεξαγωγή εκλογών σε συνθήκες πολέμου θα έθετε δύσκολα ερωτήματα: ποιοι ψηφίζουν, με ποια μητρώα, πώς διασφαλίζεται η μυστικότητα και η ακεραιότητα της ψήφου, πώς θα συμμετάσχουν οι πρόσφυγες σε χώρες της ΕΕ; Η όποια λύση θα απαιτούσε τεράστια τεχνική και οικονομική υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση και διεθνείς οργανισμούς, με αβέβαιο πολιτικό αποτέλεσμα.

Ο πόλεμος φθοράς και η οικονομία της Ουκρανίας

Πίσω από τη συζήτηση για τις εκλογές βρίσκεται η πραγματικότητα μιας οικονομίας σε καθεστώς πολέμου, με μεγάλο μέρος του ΑΕΠ να εξαρτάται από εξωτερική χρηματοδότηση. Η παράταση της πολιτικής αβεβαιότητας αποτρέπει μακροπρόθεσμες ιδιωτικές επενδύσεις, ενώ οι μεταρρυθμίσεις που ζητά η ΕΕ ως προϋπόθεση για την ενταξιακή πορεία γίνονται δυσκολότερες σε περιβάλλον διαρκούς έκτακτης ανάγκης.

Η μετάθεση των εκλογών για το 2027 υποδηλώνει ότι το Κίεβο δεν αναμένει ταχεία λήξη της σύγκρουσης, αλλά προετοιμάζεται για πολυετή πόλεμο φθοράς. Αυτό συνεπάγεται συνεχιζόμενη δημοσιονομική πίεση, ανάγκη για σταθερές ροές βοήθειας και επιμερισμό του κόστους ανοικοδόμησης σε βάθος δεκαετίας. Η θεσμική σταθερότητα και η προβλεψιμότητα του πολιτικού συστήματος θα είναι κρίσιμοι παράγοντες για το αν η Ουκρανία θα μπορέσει να μεταβεί από την πολεμική οικονομία σε μια βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά.

Πιθανές επιπτώσεις στις σχέσεις με τη Ρωσία

Από ρωσικής πλευράς, η προοπτική εκλογών το 2027 μπορεί να αξιοποιηθεί επικοινωνιακά με δύο τρόπους. Αφενός, για να υποστηριχθεί ότι η σημερινή ηγεσία του Κιέβου κυβερνά «χωρίς εντολή», αφετέρου για να ασκηθεί πίεση προς μια λύση που θα παγίωνε τα τετελεσμένα επί του εδάφους πριν από οποιαδήποτε εκλογική διαδικασία. Η Μόσχα επιδιώκει να εμφανίσει τις περιοχές που ελέγχει ως μη διαπραγματεύσιμες, γεγονός που περιπλέκει ακόμη περισσότερο τον σχεδιασμό μιας μελλοντικής ψηφοφορίας.

Εάν η Ουκρανία προχωρήσει τελικά σε εκλογές με μέρος της επικράτειας υπό ρωσικό έλεγχο, θα τεθεί ζήτημα εκπροσώπησης αυτών των περιοχών και αναγνώρισης του εκλογικού αποτελέσματος από τρίτες χώρες. Η σύνδεση εκλογών και εκεχειρίας, όπως την περιγράφει ο Ποντολιάκ, δείχνει ότι το Κίεβο θέλει να αποφύγει αυτό το σενάριο και να διαπραγματευτεί από θέση μεγαλύτερης θεσμικής ισχύος.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, η παράταση του ουκρανικού πολέμου και η μετακύλιση των εκλογών στο 2027 σημαίνουν ότι το περιβάλλον αστάθειας στην Ανατολική Ευρώπη παραμένει δομικό στοιχείο του μεσοπρόθεσμου ορίζοντα. Αυτό επηρεάζει τις τιμές ενέργειας, τη ναυτιλία και τις αλυσίδες εφοδιασμού σιτηρών, άρα και τον ελληνικό πληθωρισμό και το κόστος χρηματοδότησης. Παράλληλα, η προοπτική μακράς ανοικοδόμησης της Ουκρανίας διαμορφώνει μελλοντικές ευκαιρίες για ελληνικές κατασκευαστικές, ενεργειακές και συμβουλευτικές εταιρείες, υπό την προϋπόθεση ότι η Αθήνα θα χαράξει από νωρίς συνεκτική στρατηγική συμμετοχής σε ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης και τεχνικής βοήθειας.

#Ουκρανία #Ζελένσκι #εκλογές #Ρωσία #ΕΕ

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.