Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ επαναφέρει στο προσκήνιο το διαρθρωτικό έλλειμμα παραγωγικότητας της Ελλάδας και αναδεικνύει τη μεταποίηση ως βασικό μοχλό σύγκλισης με την Ευρώπη. Η παρέμβαση Στασινόπουλου μεταφράζει τα ευρήματα σε πολιτικό διακύβευμα: αλλαγή παραγωγικού μοντέλου με επίκεντρο τη βιομηχανία.
Η συζήτηση για την παραγωγικότητα στην Ελλάδα αποκτά εκ νέου κεντρική θέση, καθώς τα νεότερα στοιχεία του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι η οικονομία παραμένει καθηλωμένη σε επίπεδα αποδοτικότητας εργασίας αντίστοιχα με εκείνα του 2000. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κινηθεί σημαντικά υψηλότερα, διευρύνοντας το χάσμα και περιορίζοντας τις προοπτικές πραγματικής σύγκλισης.
Στο πλαίσιο αυτό, η παρέμβαση του εκτελεστικού διευθυντή της Viohalco και προέδρου της «Ελληνικής Παραγωγής», Μιχάλη Στασινόπουλου, επιχειρεί να μετατρέψει μια τεχνοκρατική διαπίστωση σε εθνικό στόχο: ανασχεδιασμός του παραγωγικού μοντέλου με σαφή ενίσχυση της μεταποιητικής βιομηχανίας.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για την παραγωγικότητα
Η μελέτη του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ καταγράφει ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα το 2024 βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Σε όρους κατάταξης, η χώρα βρίσκεται στην 23η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, όταν ο στόχος της οικονομικής πολιτικής παραμένει η ουσιαστική σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Μέσα σε αυτό το συνολικά υποτονικό πλαίσιο, η βιομηχανία ξεχωρίζει. Η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο στη βιομηχανία ανέρχεται σε περίπου 62,9 χιλ. ευρώ, έναντι 39,6 χιλ. ευρώ στο σύνολο της οικονομίας, δηλαδή περίπου 60% υψηλότερα. Η παραγωγικότητα στον κλάδο είναι από 2,5 έως και 3 φορές μεγαλύτερη σε σύγκριση με το εμπόριο, τις κατασκευές και τον τουρισμό (καταλύματα και εστίαση), ενώ σε επίπεδο ευρωπαϊκής κατάταξης η βιομηχανία της Ελλάδας βρίσκεται γύρω από τη 14η θέση, σημαντικά καλύτερα από τη συνολική οικονομία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη της μεταποίησης την τελευταία επταετία: την περίοδο 2017-2024 η παραγωγικότητα στη μεταποίηση αυξήθηκε κατά περίπου 2,7%, την ώρα που στο σύνολο της οικονομίας υποχώρησε κατά 0,7%. Στις μεγάλες, σύγχρονες μεταποιητικές επιχειρήσεις, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο περιορίζεται σε περίπου 17%, στοιχείο που δείχνει ότι όπου υπάρχει επαρκές κεφαλαιουχικό απόθεμα, τεχνολογία και κλίμακα, η ελληνική παραγωγή μπορεί να συγκλίνει.
Μισθοί, κεφάλαιο και βιομηχανικοί πολλαπλασιαστές
Κεντρικό εύρημα της μελέτης είναι η ισχυρή θετική συσχέτιση μεταξύ παραγωγικότητας και μισθών. Σε ένα περιβάλλον όπου η δημόσια συζήτηση για τις αμοιβές συχνά αποσυνδέεται από τη δομή της οικονομίας, τα στοιχεία του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι διατηρήσιμες αυξήσεις μισθών προϋποθέτουν συστηματική ενίσχυση της παραγωγικότητας, η οποία με τη σειρά της συνδέεται με το επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο.
Στη βιομηχανία, ιδίως στις μεγάλες μονάδες, το υψηλότερο επίπεδο αυτοματοποίησης, η καλύτερη οργάνωση παραγωγής και η πρόσβαση σε διεθνείς αγορές δημιουργούν παραγωγικότητα που μπορεί να είναι ακόμη και υπερδεκαπλάσια του μέσου όρου της οικονομίας. Οι κλαδικοί πολλαπλασιαστές που έχουν καταγράψει προηγούμενες μελέτες του ΙΟΒΕ –με επιδράσεις στην υπόλοιπη οικονομία από τρεις έως έξι φορές, ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης– δείχνουν ότι η βιομηχανική επένδυση δεν αφορά μόνο τους άμεσα απασχολούμενους, αλλά ολόκληρη την αλυσίδα προμηθευτών, υπηρεσιών και τοπικών οικονομιών.
Έτσι, η ενίσχυση της μεταποίησης δεν είναι απλώς μια κλαδική επιλογή, αλλά ένας τρόπος να μετασχηματιστεί η δομή της ελληνικής οικονομίας από μοντέλο έντασης εργασίας χαμηλής προστιθέμενης αξίας σε μοντέλο έντασης κεφαλαίου, τεχνολογίας και εξωστρέφειας. Αυτό εξηγεί και την επιμονή των βιομηχανικών φορέων να συνδέουν την πολιτική για τους μισθούς, τη φορολογία και την εκπαίδευση με μια πιο συνεκτική βιομηχανική στρατηγική.
Η παρέμβαση Στασινόπουλου και το πολιτικό διακύβευμα
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μιχάλης Στασινόπουλος χαρακτηρίζει τη μελέτη του ΙΟΒΕ «πυξίδα» για την ελληνική οικονομία και ζητά να τεθεί ως εθνικός στόχος η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου με κεντρικό πυλώνα τη μεταποιητική βιομηχανία. Η θέση αυτή συμβαδίζει με την ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση για αναβίωση της βιομηχανικής βάσης, σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας, αναδιάταξης εφοδιαστικών αλυσίδων και πράσινης μετάβασης.
Η πρόταση έχει σαφείς πολιτικές προεκτάσεις. Προϋποθέτει σταθερό φορολογικό πλαίσιο για μακροπρόθεσμες επενδύσεις, υποδομές που μειώνουν το κόστος ενέργειας και μεταφορών, εκπαίδευση και κατάρτιση προσαρμοσμένες στις ανάγκες της βιομηχανίας, καθώς και ρυθμιστικό περιβάλλον που επιταχύνει, αντί να καθυστερεί, τις παραγωγικές επενδύσεις. Ταυτόχρονα, αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνικής πολιτικής, καθώς συνδέει την άνοδο των εισοδημάτων και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας με την ενίσχυση κλάδων υψηλής παραγωγικότητας.
Η επίκληση σε «εθνικό στόχο» από έναν κορυφαίο βιομηχανικό παράγοντα επιχειρεί να υπερβεί τον στενό κλαδικό λόγο και να δημιουργήσει ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις. Για την ώρα, όμως, η απόσταση μεταξύ ρητορικής και εφαρμοσμένης βιομηχανικής πολιτικής παραμένει αισθητή, με την ελληνική οικονομία να στηρίζεται ακόμη σε σημαντικό βαθμό σε εμπόριο, τουρισμό και μικρές υπηρεσίες χαμηλότερης παραγωγικότητας.
Τι σημαίνει για την επόμενη μέρα της ελληνικής οικονομίας
Τα ευρήματα του ΙΟΒΕ λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η δημοσιονομική σταθεροποίηση και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας δεν αρκούν για να διασφαλίσουν διατηρήσιμη άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Χωρίς ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας, η ελληνική οικονομία κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε χαμηλότερη τροχιά ανάπτυξης, με περιορισμένα περιθώρια αύξησης μισθών και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.
Η μεταποίηση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία, αποτελεί έναν από τους λίγους τομείς όπου η Ελλάδα έχει ήδη μετρήσιμη πρόοδο και σχετικά μικρή απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η αξιοποίηση αυτής της «νησίδας σύγκλισης» απαιτεί συντονισμό δημόσιας πολιτικής και ιδιωτικών επενδύσεων, με σαφείς προτεραιότητες: τεχνολογική αναβάθμιση, ψηφιοποίηση, πράσινη μετάβαση, και ενίσχυση της εξαγωγικής βάσης.
Για την αγορά εργασίας, η στροφή προς κλάδους υψηλής παραγωγικότητας σημαίνει σταδιακή μετατόπιση από θέσεις χαμηλής ειδίκευσης σε πιο απαιτητικά επαγγέλματα, με αντίστοιχα υψηλότερες αποδοχές αλλά και ανάγκη για συνεχή κατάρτιση. Για το τραπεζικό σύστημα και τις κεφαλαιαγορές, συνεπάγεται ζήτηση για μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση επενδύσεων, πέρα από τον παραδοσιακό βραχυπρόθεσμο δανεισμό κεφαλαίου κίνησης.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, η ανάδειξη της παραγωγικότητας ως κεντρικού δείκτη αλλάζει σταδιακά και το κριτήριο αξιολόγησης πολιτικών και επενδύσεων. Οι επενδυτές θα κρίνουν όλο και περισσότερο τις επιχειρήσεις –και τις δημόσιες παρεμβάσεις– με βάση το κατά πόσο αυξάνουν την παραγωγικότητα και όχι μόνο τον κύκλο εργασιών ή τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία. Αν η συζήτηση που ανοίγει σήμερα μεταφραστεί σε συνεκτική βιομηχανική στρατηγική, μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για μια πιο ανθεκτική, εξωστρεφή και κοινωνικά βιώσιμη ανάπτυξη.
#ΕλληνικήΟικονομία #Παραγωγικότητα #Βιομηχανία #Μεταποίηση #ΙΟΒΕ






