Το ΙΤΕΠ απορρίπτει τη ρητορική του «υπερτουρισμού» για το σύνολο της χώρας, αλλά προειδοποιεί: χωρίς σχεδιασμό, η επιτυχία γίνεται τρωτό σημείο. Στο επίκεντρο τίθενται η φέρουσα ικανότητα προορισμών, οι πράσινες επενδύσεις και η ρύθμιση της βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Η συζήτηση για τον τουρισμό στην Ελλάδα μετατοπίζεται σταδιακά από τα ρεκόρ αφίξεων στην ποιότητα και τη βιωσιμότητα του μοντέλου. Το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ) παρεμβαίνει πλέον με σαφές μήνυμα: η χώρα συνολικά δεν βρίσκεται σε καθεστώς υπερτουρισμού, αλλά βρίσκεται επικίνδυνα εκτεθειμένη αν δεν αποκτήσει συνεκτικό σχεδιασμό για τη διαχείριση της τουριστικής πίεσης.
Η πρόεδρος του ΙΤΕΠ, Χριστίνα Τετράδη, μιλώντας σε συνέδριο για την τοπική αυτοδιοίκηση και τις «έξυπνες λύσεις», περιέγραψε την επόμενη μέρα του ελληνικού τουρισμού ως μετάβαση από το μοντέλο «ήλιος και θάλασσα» σε ένα πλαίσιο όπου η φέρουσα ικανότητα, οι πράσινες επενδύσεις και η κοινωνική ανθεκτικότητα θα αποτελούν κρίσιμα κριτήρια ανταγωνιστικότητας.
Από τον όγκο στην ποιότητα: τι δείχνουν τα στοιχεία
Σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα του ΙΤΕΠ, σημαντικό τμήμα του ξενοδοχειακού κλάδου έχει ήδη εσωτερικεύσει ότι η βιωσιμότητα δεν είναι επιλογή εταιρικής εικόνας, αλλά όρος επιβίωσης σε μια ώριμη αγορά. Κάθε χρόνο υλοποιούνται επενδύσεις ανακαίνισης σε τουριστικές μονάδες άνω του 1 δισ. ευρώ, με περίπου το 20% αυτών να αφορά άμεσα δράσεις πράσινης ανάπτυξης: ενεργειακή αναβάθμιση, μείωση κατανάλωσης νερού, διαχείριση απορριμμάτων, ψηφιακή παρακολούθηση κατανάλωσης πόρων.
Η μετατόπιση αυτή δεν είναι μόνο εσωτερική επιλογή του κλάδου. Οι μεγάλοι ταξιδιωτικοί οργανισμοί, οι θεσμικοί επενδυτές και, ολοένα περισσότερο, οι ίδιοι οι ταξιδιώτες αξιολογούν προορισμούς και καταλύματα με βάση κριτήρια βιωσιμότητας. Σε ένα περιβάλλον όπου τα ευρωπαϊκά ρυθμιστικά πλαίσια για το περιβάλλον και το κλίμα γίνονται αυστηρότερα, η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζεται επ’ αόριστον στο φυσικό της πλεονέκτημα, αγνοώντας τις υποδομές και την ποιότητα ζωής των κατοίκων.
Η Τετράδη υπογράμμισε ότι η αναβάθμιση της εμπειρίας του επισκέπτη δεν μπορεί να περιορίζεται σε πέντε από τις δεκατρείς περιφέρειες και σε μια τετράμηνη θερινή περίοδο. Ο άξονας μετατοπίζεται από την ποσότητα στην ποιότητα, την αξιοπιστία, την αυθεντικότητα και την ανθεκτικότητα του προϊόντος – στοιχεία που συνδέονται άμεσα με τη χωρική οργάνωση, τις μεταφορές, την κατοικία και τις βασικές υποδομές.
Η φέρουσα ικανότητα και η πίεση της βραχυχρόνιας μίσθωσης
Το πιο ευαίσθητο σημείο της παρέμβασης του ΙΤΕΠ αφορά τη συζήτηση για τον υπερτουρισμό. Το Ινστιτούτο απορρίπτει τον όρο ως γενική διάγνωση για τη χώρα, τον αντιμετωπίζει όμως ως «χρήσιμη προειδοποίηση» για συγκεκριμένες περιοχές. Η εκρηκτική ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης, χωρίς ουσιαστική ένταξη στον χωροταξικό και φορολογικό σχεδιασμό, αλλοιώνει την πραγματική εικόνα της τουριστικής δυναμικότητας πολλών προορισμών.
Η ανάλυση της φέρουσας ικανότητας που πραγματοποιεί το ΙΤΕΠ, ιδίως για την Αθήνα, δεν περιορίζεται στις αφίξεις. Εξετάζει την πυκνότητα κλινών, την εποχικότητα, την πίεση στην κατοικία, τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, τα αεροδρόμια και τις μεταφορές, τη διαχείριση απορριμμάτων και, κυρίως, τη συνολική ποιότητα ζωής των μόνιμων κατοίκων σε συνάρτηση με την εμπειρία των επισκεπτών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η βραχυχρόνια μίσθωση αντιμετωπίζεται ως τμήμα της τουριστικής οικονομίας και όχι ως παράλληλο, άτυπο σύστημα. Το ΙΤΕΠ θέτει με σαφήνεια ότι, εφόσον λειτουργεί ως τουριστικό προϊόν, πρέπει να υπόκειται σε ισότιμους κανόνες φορολογίας, ασφάλειας, υγιεινής και χωροταξίας με τα λοιπά καταλύματα. Διαφορετικά, η άναρχη επέκτασή της υπονομεύει τόσο την κοινωνική συνοχή (μέσω αύξησης ενοικίων και εκτόπισης κατοίκων) όσο και τη φήμη των προορισμών, που εμφανίζονται να «κορεσμένοι» χωρίς να έχουν σχεδιάσει τη χωρητικότητά τους.
Υποδομές, πράσινες επενδύσεις και ρόλος της πολιτείας
Η στρατηγική αδυναμία του ελληνικού τουριστικού μοντέλου εντοπίζεται στις βασικές υποδομές. Η Τετράδη το θέτει ωμά: δεν μπορεί να γίνεται λόγος για τουριστική ανάπτυξη όταν παραμένουν άλυτα ζητήματα όπως η ύδρευση, η αποχέτευση, η διαχείριση απορριμμάτων και η επάρκεια των αεροδρομίων και των τοπικών δικτύων μεταφορών. Σε πολλές περιοχές, η τουριστική ζήτηση προηγείται της επενδυτικής ικανότητας του κράτους και των δήμων, δημιουργώντας μόνιμο έλλειμμα ποιότητας υπηρεσιών.
Παράλληλα, το ΙΤΕΠ αναδεικνύει την ανάγκη η πολιτεία να λειτουργήσει ως επιταχυντής της πράσινης μετάβασης. Αυτό σημαίνει στοχευμένα κίνητρα, χρηματοδοτικά εργαλεία και επιδοτούμενα προγράμματα για ενεργειακή αναβάθμιση, ψηφιοποίηση και εκπαίδευση προσωπικού, ώστε η μετάβαση να είναι συμπεριληπτική και να μην περιοριστεί σε λίγες μεγάλες μονάδες. Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη γενικότερη ευρωπαϊκή κατεύθυνση για σύνδεση του τουρισμού με τους στόχους κλιματικής ουδετερότητας και κυκλικής οικονομίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόταση για τη δημιουργία μόνιμου μηχανισμού παρακολούθησης της φέρουσας ικανότητας, με δυναμικούς δείκτες ανά προορισμό και ετήσια επικαιροποίηση. Ένα τέτοιο εργαλείο θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τεκμηριωμένες αποφάσεις σε επίπεδο χωροταξίας, αδειοδοτήσεων, φορολογικής πολιτικής και στοχευμένων επενδύσεων υποδομών.
Από την επικοινωνία στην ουσία: η βιωσιμότητα ως προϋπόθεση
Το ΙΤΕΠ επιχειρεί να αποσυνδέσει τη βιωσιμότητα από τον ρόλο του επικοινωνιακού συνθήματος και να την επανατοποθετήσει ως προϋπόθεση μακροχρόνιας ανταγωνιστικότητας. Η λογική είναι απλή: ένας προορισμός είναι πραγματικά ελκυστικός μόνο εφόσον είναι πρωτίστως βιώσιμος για τους κατοίκους του. Η ποιότητα ζωής των πολιτών και η ποιότητα της τουριστικής εμπειρίας είναι συγκοινωνούντα δοχεία.
Η συζήτηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα αναζητεί νέα αναπτυξιακή ισορροπία. Ο τουρισμός παραμένει κεντρικός πυλώνας της οικονομίας, αλλά η εξάρτηση από αυτόν καθιστά τη χώρα ευάλωτη σε εξωγενείς κρίσεις, όπως φάνηκε την περίοδο της πανδημίας. Η μετάβαση σε ένα μοντέλο πιο ανθεκτικό, λιγότερο εποχικό και περισσότερο ενταγμένο στον τοπικό κοινωνικό και παραγωγικό ιστό είναι κρίσιμη όχι μόνο για τα έσοδα, αλλά και για τη συνοχή των τοπικών κοινωνιών.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ΙΤΕΠ διεκδικεί ρόλο τεχνοκρατικού βραχίονα στη χάραξη πολιτικής: συλλογή δεδομένων, ανάλυση δεικτών, προειδοποιητικά σήματα πριν ο «υπερτουρισμός» πάψει να είναι ρητορική υπερβολή και γίνει δομικό πρόβλημα.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η παρέμβαση του ΙΤΕΠ λειτουργεί ως έγκαιρη προειδοποίηση: το τουριστικό «success story» μπορεί να μετατραπεί σε πηγή ανισορροπιών αν δεν συνδεθεί με επενδύσεις σε υποδομές, ρύθμιση της βραχυχρόνιας μίσθωσης και συστηματική παρακολούθηση της φέρουσας ικανότητας. Για τις επιχειρήσεις, η βιωσιμότητα παύει να είναι περιφερειακό ζήτημα εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και γίνεται παράγοντας πρόσβασης σε χρηματοδότηση, συνεργασίες και τουριστική ζήτηση. Για τους επενδυτές, οι προορισμοί που θα αποκτήσουν σαφές πλαίσιο κανόνων και υποδομών θα αποτελέσουν πιο ασφαλή πεδία τοποθέτησης κεφαλαίων, καθώς ο κίνδυνος κοινωνικών και περιβαλλοντικών αντιδράσεων θα είναι μικρότερος και η προβλεψιμότητα των εσόδων μεγαλύτερη.
#Τουρισμός #ΒιώσιμηΑνάπτυξη #ΙΤΕΠ #ΒραχυχρόνιαΜίσθωση #ΕλληνικήΟικονομία






