Η κρίση στο Στενό του Ορμούζ δεν είναι μόνο ενεργειακή. Είναι χρηματοπιστωτική. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα: το σύστημα που υποτίθεται ότι λειτουργεί ως «αμορτισέρ» των κραδασμών, λειτουργεί στην πράξη ως επιταχυντής της κρίσης.
Η εκτίναξη των τιμών είναι μόνο η αρχή. Το Brent έχει αυξηθεί πάνω από 40%, τα λιπάσματα (μέσω ουρίας) έχουν ενισχυθεί κατά περίπου 50%, τα ναύλα containers ανεβαίνουν, ενώ τα ασφάλιστρα ναυτιλίας έχουν εκτοξευθεί έως και εννέα φορές. Αυτό είναι το πρώτο layer: το real economy shock. Το δεύτερο είναι πιο επικίνδυνο και λιγότερο ορατό: το financial transmission.
Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα λειτουργεί με pro-cyclical λογική. Όταν αυξάνεται ο κίνδυνος, το κεφάλαιο δεν κατευθύνεται εκεί που υπάρχει ανάγκη. Φεύγει. Οι επενδυτές αποσύρουν ρευστότητα από τις πιο ευάλωτες οικονομίες και κατευθύνονται σε ασφαλή καταφύγια. Αυτό οδηγεί σε υποτίμηση νομισμάτων, αύξηση κόστους δανεισμού και περαιτέρω οικονομική ασφυξία.
Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό. Δεκάδες χώρες, κυρίως στην Αφρική, βλέπουν τα νομίσματά τους να αποδυναμώνονται ταυτόχρονα. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο. Είναι συστημικό. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο η υποτίμηση. Είναι ότι αυτή μεταφράζεται άμεσα σε εισαγόμενο πληθωρισμό, ειδικά σε ενέργεια και τρόφιμα.
Εδώ αποκαλύπτεται η βασική αδυναμία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής. Θεωρητικά, θεσμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα υπάρχουν για να παρέχουν ρευστότητα και σταθερότητα σε τέτοιες καταστάσεις. Στην πράξη, οι παρεμβάσεις τους είναι αργές, περιορισμένες και συχνά συνοδεύονται από όρους που επιδεινώνουν βραχυπρόθεσμα την κατάσταση.
Το πιο προβληματικό στοιχείο είναι η έλλειψη αυτόματων μηχανισμών σταθεροποίησης. Σε αντίθεση με εθνικές οικονομίες που διαθέτουν κεντρικές τράπεζες και δημοσιονομικά εργαλεία, το διεθνές σύστημα βασίζεται σε ad hoc παρεμβάσεις. Αυτό δημιουργεί καθυστερήσεις. Και στις κρίσεις, ο χρόνος είναι το πιο ακριβό asset.
Παράλληλα, η νομισματική πολιτική των μεγάλων οικονομιών λειτουργεί αποσταθεροποιητικά. Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν υψηλά επιτόκια, ενισχύουν το δολάριο και απορροφούν παγκόσμια ρευστότητα. Αυτό πιέζει ακόμη περισσότερο τις αναδυόμενες αγορές, οι οποίες βλέπουν το κόστος εξυπηρέτησης χρέους να αυξάνεται ακριβώς τη στιγμή που τα έσοδά τους συμπιέζονται.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος. Ενεργειακό σοκ οδηγεί σε πληθωρισμό. Πληθωρισμός οδηγεί σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική. Αυτή οδηγεί σε εκροές κεφαλαίων. Οι εκροές προκαλούν νομισματική κρίση. Και η κρίση επιστρέφει στην πραγματική οικονομία με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Υπάρχει και ένα δεύτερο, πιο δομικό ζήτημα. Το σύστημα είναι σχεδιασμένο να προστατεύει τη σταθερότητα των ανεπτυγμένων οικονομιών, όχι την ανθεκτικότητα των ευάλωτων. Αυτό σημαίνει ότι τα shocks μεταφέρονται προς τα κάτω, εκεί όπου η αντοχή είναι μικρότερη.
Στο μεταξύ, η διαταραχή στο Στενό του Ορμούζ συνεχίζει να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κινδύνου για τις εφοδιαστικές αλυσίδες, την ενέργεια και το διεθνές εμπόριο. Και όσο διαρκεί, το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα συνεχίσει να ενισχύει – αντί να απορροφά – τους κραδασμούς.
SBC σχόλιο: Το αφήγημα ότι το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα «σταθεροποιεί» τις κρίσεις αρχίζει να καταρρέει. Στην πραγματικότητα, λειτουργεί άψογα για όσους δεν το χρειάζονται και αποτυγχάνει για όσους το έχουν ανάγκη. Στην κρίση του Ορμούζ, δεν βλέπουμε απλώς μια ενεργειακή αναταραχή. Βλέπουμε ένα σύστημα που μετατρέπει ένα περιφερειακό σοκ σε παγκόσμια αστάθεια. Και αυτό είναι το πραγματικό ρίσκο.







