Οι κίνδυνοι πληθωρισμού επιστρέφουν στο επίκεντρο της συζήτησης στην Ευρωζώνη, μετά τις προειδοποιήσεις της Ιζαμπέλ Σνάμπελ από το Εκτελεστικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Η συζήτηση για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων περιπλέκεται, καθώς η κεντρική τράπεζα βλέπει τον αποπληθωριστικό κύκλο να μην είναι δεδομένος.
Οι κίνδυνοι πληθωρισμού δεν έχουν εκλείψει από την Ευρωζώνη, παρά τη σχετική αποκλιμάκωση των τελευταίων μηνών και την ομαλοποίηση στα ενεργειακά. Η παρέμβαση της Ιζαμπέλ Σνάμπελ υπενθυμίζει ότι η ΕΚΤ παραμένει σε καθεστώς εγρήγορσης και όχι σε αυτόματο πιλότο χαλάρωσης.
Πού εστιάζει η ΕΚΤ όταν μιλά για κίνδυνοι πληθωρισμού;
Η Σνάμπελ υπογράμμισε ότι «ο πληθωρισμός σε τρόφιμα, αγαθά και υπηρεσίες αντιμετωπίζει ανοδικούς κινδύνους», δείχνοντας πως η ανησυχία μετατοπίζεται από την ενέργεια στον πυρήνα της κατανάλωσης. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ φοβάται μια πιο επίμονη και διάχυτη άνοδο τιμών, η οποία δεν θα περιορίζεται σε εξωγενή σοκ αλλά θα συνδέεται με μισθούς, προσδοκίες και τιμολογιακή συμπεριφορά επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η ίδια προειδοποίησε ότι «το σοκ των τιμών ενέργειας μπορεί να τροφοδοτήσει ευρύτερη πληθωριστική δυναμική», ακόμη και αν οι άμεσες πιέσεις έχουν υποχωρήσει. Η διαδρομή είναι γνωστή: υψηλότερο ενεργειακό κόστος περνά σε μεταφορές, τρόφιμα, βιομηχανία και τελικά σε μισθολογικές διεκδικήσεις, δημιουργώντας έναν δεύτερο γύρο ανατιμήσεων που είναι πολύ πιο δύσκολο να αναστραφεί.
Πώς αλλάζει το ευρωπαϊκό περιβάλλον νομισματικής πολιτικής;
Η παρέμβαση της Σνάμπελ έρχεται να ενισχύσει το μήνυμα του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, ο οποίος επίσης μίλησε για επίμονες πληθωριστικές πιέσεις τους επόμενους μήνες. Η σύμπτωση των τοποθετήσεων δείχνει ότι στο εσωτερικό της ΕΚΤ διαμορφώνεται γραμμή προσοχής απέναντι σε βεβιασμένες μειώσεις επιτοκίων, ακόμη και αν η αγορά έχει προεξοφλήσει πιο ήπια νομισματική στάση.
Η γεωπολιτική εκτόνωση με τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ αφαιρεί έναν άμεσο κίνδυνο από το σκέλος της ενέργειας, αλλά δεν αναιρεί τους εγχώριους ευρωπαϊκούς παράγοντες πληθωρισμού. Η ΕΚΤ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης μιας ασθενούς ανάπτυξης και στον φόβο ότι μια υπερβολικά γρήγορη χαλάρωση θα αναζωπυρώσει τις τιμές, υπονομεύοντας την αξιοπιστία της.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Για την Ελλάδα, οι αυξημένοι κίνδυνοι πληθωρισμού στην Ευρωζώνη μεταφράζονται σε πιο αργό και προσεκτικό κύκλο μείωσης επιτοκίων από την ΕΚΤ. Αυτό σημαίνει ότι το κόστος δανεισμού για κράτος, επιχειρήσεις και νοικοκυριά θα παραμείνει σχετικά υψηλό για μεγαλύτερο διάστημα, περιορίζοντας την ταχύτητα νέων επενδύσεων και την ανάσα στα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια.
Ταυτόχρονα, η ελληνική οικονομία, με έντονη εξάρτηση από υπηρεσίες (τουρισμός, μεταφορές, εστίαση) και εισαγόμενα τρόφιμα και καύσιμα, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε έναν δεύτερο γύρο αυξήσεων τιμών. Αν οι μισθοί δεν συμβαδίσουν, η αγοραστική δύναμη θα πιεστεί, με κίνδυνο να επιβραδυνθεί η κατανάλωση που στηρίζει μεγάλο μέρος της ανάπτυξης.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, το μήνυμα είναι διπλό: οι επιχειρήσεις οφείλουν να διαχειριστούν συντηρητικά τον δανεισμό τους, προεξοφλώντας ότι τα επιτόκια δεν θα υποχωρήσουν τόσο γρήγορα όσο ελπίζουν, ενώ η κυβέρνηση χρειάζεται στοχευμένες πολιτικές στήριξης της αγοραστικής δύναμης χωρίς να τροφοδοτεί νέες πληθωριστικές πιέσεις. Η επόμενη φάση θα κριθεί από το αν η Ευρωζώνη θα καταφέρει να περιορίσει τον πυρήνα του πληθωρισμού χωρίς να οδηγήσει την ανάπτυξη σε παρατεταμένη στασιμότητα.
Διαβάστε επίσης:
Ευρώπη: Πτώση στα χρηματιστήρια καθώς ανησυχίες για πληθωρισμό επιμένουν
Πετρέλαιο, πληθωρισμός και ΕΚΤ: Πώς αλλάζει ξανά το σενάριο






