Οι αρνητικές τιμές ρεύματος επανέρχονται στο προσκήνιο μετά τη νέα τροπολογία για την Αγορά Επόμενης Ημέρας, με τους μικρούς φωτοβολταϊκούς παραγωγούς να προειδοποιούν ότι η λύση είναι ημιτελής. ΠΣΑΦ και HELIOS ζητούν βαθύτερες παρεμβάσεις, από αποζημίωση περικοπών έως πραγματική ανάπτυξη αποθήκευσης.
Οι αρνητικές τιμές ρεύματος επανέρχονται στο επίκεντρο της συζήτησης, μετά την ψήφιση της τροπολογίας της 24ης Ιουνίου για τις μηδενικές και αρνητικές τιμές στην Αγορά Επόμενης Ημέρας. Οι σύλλογοι ΠΣΑΦ και HELIOS, που εκπροσωπούν μικρούς φωτοβολταϊκούς παραγωγούς, αναγνωρίζουν μεν τη ρύθμιση ως βήμα, αλλά τη θεωρούν ανεπαρκή για τη βιωσιμότητα των έργων τους.
Πώς επηρεάζουν οι αρνητικές τιμές ρεύματος τους μικρούς παραγωγούς;
Η τροπολογία συνδέει πλέον την απώλεια ενίσχυσης αποκλειστικά με αρνητικές τιμές και όχι με μηδενικές, κάτι που οι παραγωγοί χαρακτηρίζουν «λογικά ορθό» και ευθυγραμμισμένο με ευρωπαϊκές πρακτικές. Ωστόσο, η ενεργοποίηση της απώλειας ενίσχυσης όταν οι τιμές είναι αρνητικές για πάνω από δύο συνεχόμενες ώρες αφήνει τους μικρούς παραγωγούς εκτεθειμένους σε ένα ρηχό και ευάλωτο χρηματιστήριο ενέργειας.
Ενδεικτικό είναι ότι ήδη την επόμενη ημέρα από την κατάθεση της τροπολογίας, η αγορά εκκαθάρισε σε -0,01 €/MWh για επτά συνεχόμενες ώρες, ακυρώνοντας στην πράξη την εξαγγελλόμενη προστασία. Όπως τονίζουν οι σύλλογοι, μια τιμή -0,01 €/MWh δεν διαφέρει ουσιαστικά από 0,00 €/MWh, καθώς για τον παραγωγό σημαίνει την ίδια πραγματικότητα με διαφορά ενός λεπτού του ευρώ.
Ποιες θεσμικές αλλαγές ζητούν οι παραγωγοί για σταθερότερη αγορά;
Οι ΠΣΑΦ και HELIOS προτείνουν πρώτα προστασία από αρνητικές τιμές για τουλάχιστον έξι έως οκτώ συνεχόμενες ώρες, μόνιμα ή έστω μεταβατικά μέχρι να αναπτυχθεί επαρκής αποθηκευτική ικανότητα, όπως ήδη εφαρμόζεται σε Γερμανία και Πολωνία. Παράλληλα ζητούν αποζημίωση για τις περικοπές ενέργειας που επιβάλλει ο διαχειριστής δικτύου, όπως προβλέπει το άρθρο 13 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/943, το οποίο παραμένει ανενεργό στην ελληνική αγορά.
Κομβικό αίτημα αποτελεί και η άμεση εφαρμογή του άρθρου 11Β του Ν. 4951/2022, που επιτρέπει αδειοδότηση μπαταριών σε υφιστάμενα φωτοβολταϊκά πάρκα εδώ και τέσσερα χρόνια. Χωρίς αποθήκευση, οι μικροί παραγωγοί δεν μπορούν να συμμετέχουν στις αγορές ευελιξίας και μένουν εκτεθειμένοι σε κάθε διακύμανση τιμών, ενώ με αποθήκευση μειώνεται η χρήση ακριβού φυσικού αερίου και δημιουργείται περιθώριο για φθηνότερο ρεύμα.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Οι σύλλογοι υπογραμμίζουν ότι η σταθερότερη ένταξη των μικρών φωτοβολταϊκών στην αγορά, με προστασία από ακραίες αρνητικές τιμές ρεύματος και αποζημίωση περικοπών, μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του τελικού καταναλωτή. Λιγότερες αναγκαστικές περικοπές και περισσότερη αποθήκευση σημαίνουν μικρότερη εξάρτηση από μονάδες φυσικού αερίου, άρα μικρότερη έκθεση σε διεθνείς διακυμάνσεις τιμών και πιο προβλέψιμους λογαριασμούς.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα αγροτικά φωτοβολταϊκά, τα οποία παραμένουν κάτω από τον στόχο του ΕΣΕΚ (450 MW έναντι στόχου 750 MW) και πλήττονται επιπλέον από τη νέα ρύθμιση, την οποία οι παραγωγοί θεωρούν ως ακόμη μία έμμεση περικοπή της αγροτικής δραστηριότητας. Αν και το Υπουργείο δεν συνοδεύει τη διάταξη με εκτίμηση κόστους, οι σύλλογοι αποδέχονται ότι τα επιπλέον ποσά προς τους παραγωγούς θα καλυφθούν από πλεονάσματα του ΕΛΑΠΕ ή μελλοντικά έσοδα του συστήματος, ζητώντας όμως η λογική αυτή να ισχύσει πλήρως και για τις αρνητικές τιμές, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος για επενδύσεις και, τελικά, για τις τιμές ρεύματος των πολιτών.
Σχόλιο
: Η σύγκρουση ανάμεσα στη δημοσιονομική προσοχή και στη σταθερότητα των εσόδων των μικρών ΑΠΕ μεταφράζεται άμεσα σε ρίσκο για τις μελλοντικές τιμές και τη διαθεσιμότητα φθηνής πράσινης ενέργειας. Όσο η αγορά παραμένει ρηχή και οι κανόνες για αρνητικές τιμές ρεύματος δεν δίνουν σαφές πλαίσιο προστασίας και αποζημίωσης, οι επενδύσεις μικρής κλίμακας θα διστάζουν, με συνέπεια πιο αργή αποκλιμάκωση των λογαριασμών και μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες πηγές παραγωγής.






