Η Βενεζουέλα βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης, καθώς η παραγωγή πετρελαίου αυξάνεται και οι εξαγωγές ανακάμπτουν μετά τις πολιτικές ανακατατάξεις των τελευταίων μηνών. Ωστόσο, πίσω από την εικόνα της ενεργειακής ανάκαμψης, η πραγματική οικονομία συνεχίζει να στέλνει ανησυχητικά μηνύματα: το νόμισμα αποδυναμώνεται, ο πληθωρισμός επιταχύνεται και η έλλειψη ξένου συναλλάγματος παραμένει έντονη.
Ο γνωστός Βενεζουελανός οικονομολόγος και καθηγητής του Harvard, Ricardo Hausmann, υποστηρίζει ότι η αντίφαση αυτή δεν είναι τυχαία. Κατά την άποψή του, η χώρα δεν ακολουθεί μια πραγματική στρατηγική οικονομικής ανασυγκρότησης αλλά ένα μοντέλο πολιτικής διαχείρισης που βασίζεται σε ειδικές συμφωνίες, προσωρινές διευθετήσεις και στενές σχέσεις μεταξύ πολιτικής εξουσίας και οικονομικών συμφερόντων.
Η αφορμή για τη συζήτηση ήταν οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Donald Trump, ο οποίος χαιρέτισε την αύξηση της πετρελαϊκής παραγωγής και προέβλεψε ότι μεγάλα χρηματικά ποσά θα εισρεύσουν σύντομα στη χώρα. Σύμφωνα με τον Χάουσμαν, όμως, η ανάκαμψη του πετρελαίου από μόνη της δεν αρκεί για να μεταμορφώσει μια οικονομία που έχει χάσει μεγάλο μέρος της παραγωγικής της βάσης και των θεσμών της.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η αύξηση της παραγωγής δεν μεταφράζεται σε βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών. Παρά τα υψηλότερα έσοδα από το πετρέλαιο, το μπολιβάρ συνεχίζει να υποχωρεί, οι τιμές καταναλωτή αυξάνονται και η αγορά συναλλάγματος παραμένει δυσλειτουργική. Αυτό δείχνει ότι οι επενδυτές και οι πολίτες εξακολουθούν να μην εμπιστεύονται τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του οικονομικού συστήματος.
Ο Χάουσμαν υποστηρίζει ότι η πραγματική πρόκληση δεν είναι η άντληση περισσότερου πετρελαίου αλλά η αποκατάσταση της θεσμικής αξιοπιστίας. Χωρίς σταθερό νομικό πλαίσιο, ανεξάρτητους θεσμούς και πολιτική νομιμοποίηση, οι μεγάλες διεθνείς επενδύσεις δύσκολα θα επιστρέψουν στη χώρα.
Η θέση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς η νέα ηγεσία της Βενεζουέλας επιχειρεί να προσελκύσει ξένα κεφάλαια και να αναδιαρθρώσει χρέος που εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 200 δισ. δολάρια. Οι διαδικασίες αυτές βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, αλλά οι διεθνείς αγορές παραμένουν επιφυλακτικές απέναντι στη βιωσιμότητα του εγχειρήματος.
Σύμφωνα με τον Βενεζουελανό οικονομολόγο, η χώρα διαθέτει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες από το πετρέλαιο. Η γεωργία, η υδροηλεκτρική ενέργεια, ο τουρισμός και η επιστροφή εκατομμυρίων μεταναστών θα μπορούσαν να αποτελέσουν πιο σταθερές βάσεις ανάπτυξης από την αποκλειστική εξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου πολλές χώρες παραγωγοί ενέργειας προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στα βραχυπρόθεσμα έσοδα και στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Η Βενεζουέλα αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του κινδύνου να θεωρηθεί το πετρέλαιο ως μοναδική λύση για όλα τα οικονομικά προβλήματα.
Η πραγματικότητα είναι ότι η αύξηση της παραγωγής μπορεί να δημιουργήσει πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες παθογένειες της οικονομίας. Οι αγορές αναζητούν θεσμούς, σταθερότητα και προβλεψιμότητα περισσότερο από ό,τι αναζητούν νέα βαρέλια πετρελαίου.
SBC Σχόλιο: Η Βενεζουέλα αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι το πετρέλαιο μπορεί να δημιουργήσει έσοδα, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τους θεσμούς. Η πραγματική μάχη δεν αφορά την παραγωγή πετρελαίου αλλά την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Και αυτή είναι πάντα πιο δύσκολη από την άντληση ενός ακόμη βαρελιού.







