Ρεκόρ καταθέσεων, χαμηλό κόστος χρήματος και ισχυρή πιστωτική επέκταση δημιουργούν ένα από τα μεγαλύτερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα των ελληνικών τραπεζών στην Ευρώπη.
Οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 με ένα πλεονέκτημα που δύσκολα συναντά κανείς σε άλλα τραπεζικά συστήματα της Ευρωζώνης: τεράστια αποθέματα άτοκης ή χαμηλού κόστους ρευστότητας.
Μετά από σχεδόν μία δεκαετία σταδιακής επιστροφής καταθέσεων και αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των αποταμιευτών, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες διαθέτουν πλέον μια ισχυρή βάση χρηματοδότησης, η οποία τους επιτρέπει να επεκτείνουν το δανειακό τους χαρτοφυλάκιο χωρίς να αντιμετωπίζουν πιέσεις κόστους, όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές.
Το αποτέλεσμα είναι υψηλότερα περιθώρια κέρδους, ενίσχυση των καθαρών εσόδων από τόκους και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε ένα περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων.
Το μεγάλο πλεονέκτημα των ελληνικών τραπεζών
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι καταθέσεις νοικοκυριών ανήλθαν τον Απρίλιο του 2026 στα 152,23 δισ. ευρώ, το υψηλότερο επίπεδο από το τέλος του 2011.
Από το σύνολο αυτό, περίπου 120 δισ. ευρώ βρίσκονται σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου και πρώτης ζήτησης που είτε δεν προσφέρουν καθόλου τόκο είτε προσφέρουν εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις.
Παράλληλα, οι καταθέσεις των επιχειρήσεων κινούνται κοντά στα 50 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 38 δισ. ευρώ βρίσκονται σε λογαριασμούς όψεως.
Συνολικά, περισσότερα από 158 δισ. ευρώ παραμένουν σε προϊόντα σχεδόν μηδενικού κόστους για τις τράπεζες.
Η εικόνα αυτή αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των περισσότερων ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες αναγκάζονται να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις προκειμένου να διατηρήσουν ή να προσελκύσουν καταθέσεις.
Δείκτης δανείων προς καταθέσεις στο 65%
Η μεγάλη αύξηση των καταθέσεων σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση των δανειακών χαρτοφυλακίων κατά την περίοδο εξυγίανσης των ισολογισμών οδήγησε τις ελληνικές τράπεζες σε εξαιρετικά ισχυρούς δείκτες ρευστότητας.
Σήμερα ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις διαμορφώνεται κοντά στο 65%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωζώνη προσεγγίζει το 100%.
Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν σημαντικά περισσότερες καταθέσεις από όσες απαιτούνται για τη χρηματοδότηση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου δανείων.
Παράλληλα, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο κινείται κοντά στο 2,5%, σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που κυμαίνεται κοντά στο 1,5%.
Η διαφορά αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να καταγράφουν ισχυρές επιδόσεις κερδοφορίας παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων της ΕΚΤ.
Οι καταθέσεις συνεχίζουν να αυξάνονται
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή αν εξεταστεί η πορεία των τελευταίων ετών.
Από το 2017 έως το 2025 οι καταθέσεις αυξήθηκαν σωρευτικά κατά περίπου 92 δισ. ευρώ.
Η άρση των capital controls το 2019, η σταθεροποίηση της οικονομίας και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας ενίσχυσαν σημαντικά την εμπιστοσύνη των πολιτών και των επιχειρήσεων προς το τραπεζικό σύστημα.
Ταυτόχρονα, οι τράπεζες κατάφεραν να συγκρατήσουν το κόστος των καταθέσεων ακόμη και κατά την περίοδο των αυξήσεων επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αποδόσεις των προθεσμιακών καταθέσεων αυξήθηκαν πολύ λιγότερο από όσο αυξήθηκαν τα επιτόκια της ΕΚΤ, ενώ κατά τη φάση αποκλιμάκωσης των επιτοκίων μειώθηκαν ταχύτερα.
Ο ρόλος των αμοιβαίων κεφαλαίων
Σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της χαμηλού κόστους χρηματοδότησης έπαιξαν και τα επενδυτικά προϊόντα των τραπεζών.
Κατά την τριετία 2023-2025 οι εισροές σε αμοιβαία κεφάλαια χαμηλού κινδύνου ξεπέρασαν τα 12 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για κεφάλαια που υπό διαφορετικές συνθήκες θα κατευθύνονταν σε προθεσμιακές καταθέσεις, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών.
Αντίθετα, οι τράπεζες κατάφεραν όχι μόνο να αποφύγουν υψηλότερες δαπάνες τόκων αλλά και να ενισχύσουν τα έσοδά τους μέσω προμηθειών από υπηρεσίες asset management και bancassurance.
Η στρατηγική αυτή εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες μη επιτοκιακών εσόδων για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Προοπτικές για το 2026
Η ισχυρή ρευστότητα δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για συνέχιση της πιστωτικής επέκτασης σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Παράλληλα, η αύξηση του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ στο 2,25% ενισχύει τα έσοδα από τόκους, καθώς η πλειονότητα των επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων παραμένει συνδεδεμένη με δείκτες Euribor.
Οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι εκτιμούν ότι οι ελληνικές τράπεζες θα συνεχίσουν να εμφανίζουν αποδόσεις υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ δεν αποκλείουν νέες ανοδικές αναθεωρήσεις των στόχων κερδοφορίας μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του έτους.
SBC Banking Desk – Σχολιο
Η μεγάλη μεταμόρφωση των ελληνικών τραπεζών δεν αποτυπώνεται μόνο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ή στις διανομές μερισμάτων. Η πραγματική αλλαγή βρίσκεται στη δομή της χρηματοδότησής τους. Με περισσότερα από 150 δισ. ευρώ καταθέσεων σχεδόν μηδενικού κόστους, οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν σήμερα ένα στρατηγικό πλεονέκτημα που δύσκολα συναντάται στην Ευρώπη. Αν η οικονομία συνεχίσει να αναπτύσσεται και η πιστωτική επέκταση διατηρηθεί σε θετικούς ρυθμούς, η άτοκη ρευστότητα μπορεί να εξελιχθεί στον βασικό μοχλό κερδοφορίας του κλάδου για τα επόμενα χρόνια.






