Με ρυθμό 2% «έτρεξε» το ελληνικό ΑΕΠ στο πρώτο τρίμηνο 2026, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, παρά το σοκ από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Τα στοιχεία δείχνουν ανθεκτική κατανάλωση και ισχυρή άνοδο επενδύσεων, αλλά και σαφή επιβράδυνση σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις για τη χρονιά.
Η ελληνική οικονομία μπήκε στο 2026 με ρυθμό ανάπτυξης 2% σε ετήσια βάση, όπως προκύπτει από τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο τρίμηνο. Σε τριμηνιαία βάση, η αύξηση του ΑΕΠ περιορίστηκε στο 0,2% έναντι του τέταρτου τριμήνου 2025, αποτυπώνοντας το πρώτο κύμα επιπτώσεων από την αναζωπύρωση της ενεργειακής κρίσης λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Πώς διαμορφώθηκαν κατανάλωση, επενδύσεις, εξαγωγές
Η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 0,6% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 1,0% σε ετήσια βάση, δείχνοντας ότι τα νοικοκυριά και το Δημόσιο συνεχίζουν να στηρίζουν την ανάπτυξη. Ωστόσο, η επιβάρυνση από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας περιορίζει τον διαθέσιμο χώρο για ισχυρότερη άνοδο της κατανάλωσης.
Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου εμφάνισαν διπλή εικόνα. Σε τριμηνιαία βάση μειώθηκαν κατά 2,5%, αντανακλώντας την αβεβαιότητα και το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης. Σε σύγκριση όμως με το πρώτο τρίμηνο 2025, κατέγραψαν άνοδο 12,1%, στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι ο επενδυτικός κύκλος παραμένει ενεργός, έστω και με διακυμάνσεις.
Στο εξωτερικό ισοζύγιο, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 0,3% σε τριμηνιαία βάση και 2,4% σε ετήσια, με τις υπηρεσίες (τουρισμός, μεταφορές) να ενισχύονται κατά 1,2% και 3,1% αντίστοιχα. Οι εξαγωγές αγαθών υποχώρησαν στο τρίμηνο (-1,6%), αλλά αυξήθηκαν σε ετήσια βάση (2,8%), δείχνοντας ότι η διεθνής ζήτηση παραμένει μεν θετική, αλλά πιο αδύναμη.
Οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 0,6% σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο 2025, κυρίως λόγω πτώσης 1,9% στα αγαθά, ενώ οι υπηρεσίες αυξήθηκαν κατά 4,2%. Σε ετήσια βάση, οι εισαγωγές αυξήθηκαν οριακά κατά 0,5%, με υποχώρηση στα αγαθά (-0,6%) και άνοδο 3,2% στις υπηρεσίες.
Προβλέψεις ανάπτυξης υπό πίεση από την ενέργεια
Η ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα καθιστά κρίσιμη την αποτίμηση του πρώτου τριμήνου, που περιλαμβάνει τον πρώτο μήνα του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει ήδη αναθεωρήσει την πρόβλεψη ανάπτυξης για το 2026 στο 2% από 2,4%, ευθυγραμμιζόμενο με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος (1,9%).
Ο ΟΟΣΑ μείωσε την πρόβλεψη στο 1,9% από 2,2%, ενώ η Κομισιόν βλέπει ρυθμό 1,8% φέτος και 1,6% το 2027, με την Ελλάδα πάντως να παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τοποθετεί την ανάπτυξη του 2026 στο 1,8%, καταγράφοντας τις πιέσεις από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας και την επιβράδυνση της διεθνούς ζήτησης.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, η εικόνα «μέτριας» ανάπτυξης με αναζωπύρωση πληθωριστικών πιέσεων σημαίνει ότι τα εισοδήματα δύσκολα θα καλύψουν πλήρως το αυξημένο ενεργειακό και διατροφικό κόστος. Για τις επιχειρήσεις, ειδικά τις ενεργοβόρες και εξαγωγικές, το περιβάλλον συνδυάζει υψηλότερα κόστη με πιο ασταθή εξωτερική ζήτηση, άρα απαιτεί προσεκτική διαχείριση ρευστότητας και επενδύσεων. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η διατήρηση της ανάπτυξης γύρω στο 2% βοηθά τη μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ και στηρίζει την πιστοληπτική εικόνα της χώρας, αλλά δεν επαρκεί από μόνη της για θεαματική βελτίωση μισθών και παραγωγικότητας χωρίς στοχευμένες μεταρρυθμίσεις και σταθερό επενδυτικό ρυθμό.






