Τα έργα CCS βρίσκονται στο επίκεντρο μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής πολιτικής, που θα κρίνει αν οι σημερινές εξαγγελίες θα γίνουν πραγματικές επενδύσεις. Industrial Acceleration Act, αναθεώρηση ETS και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία συνδέουν πλέον άμεσα την κλιματική πολιτική με την ανταγωνιστικότητα της βαριάς βιομηχανίας.
Τα έργα CCS αναδεικνύονται σε κεντρικό κρίκο της ευρωπαϊκής βιομηχανικής στρατηγικής, καθώς μια σειρά νομοθετικών πρωτοβουλιών θα καθορίσουν αν οι σχεδιαζόμενες επενδύσεις θα υλοποιηθούν ή θα μείνουν στα χαρτιά. Στο Hydrogen & Green Gases Forum, η Μελίζα Ασημακοπούλου από τον Όμιλο Ηρακλής περιέγραψε πώς οι αποφάσεις των Βρυξελλών θα επηρεάσουν άμεσα το κόστος, τον κίνδυνο και τη βιωσιμότητα των έργων δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα.
Πώς το Industrial Acceleration Act αλλάζει τα έργα CCS;
Η Holcim, μητρική του Ομίλου Ηρακλής, τρέχει ήδη 21 έργα CCS με στόχο παραγωγή 24 εκατομμυρίων τόνων τσιμέντου σχεδόν μηδενικού άνθρακα, δεσμεύοντας 14 δισεκατομμύρια τόνους CO2 και επενδύοντας 6 δισ. επιπλέον των επιδοτήσεων. Οκτώ έργα έχουν εγκριθεί από το Innovation Fund και άλλα πέντε αναμένουν αποφάσεις τον Νοέμβριο, δείχνοντας ότι η κλίμακα των επενδύσεων εξαρτάται από τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού πλαισίου.
Όπως τόνισε η Ασημακοπούλου, όλες αυτές οι κινήσεις εντάσσονται στο «Clean Industrial Deal», με παλαιότερα μέτρα να επικαιροποιούνται και νέες προτάσεις να προστίθενται. Κομβικό νέο εργαλείο είναι το «Industrial Acceleration Act», που δημοσιεύθηκε στις 5 Μαρτίου και προβλέπει υποχρεωτικό ποσοστό πράσινων προϊόντων στις δημόσιες προμήθειες, τα οποία θα πρέπει να παράγονται εντός Ευρώπης για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της Ένωσης.
Ποιο ρόλο παίζουν ETS, αποθήκευση CO2 και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία;
Κρίσιμο ζήτημα για τα έργα CCS είναι η πρόσβαση και η διαθεσιμότητα τόπων αποθήκευσης, που σήμερα συνδέεται κυρίως με υποχρεώσεις εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Παράλληλα, η αγορά διάθεσης προϊόντων χαμηλού άνθρακα παραμένει ανώριμη, καθώς δεν υπάρχουν ακόμη υποχρεωτικοί στόχοι ένταξής τους στις δημόσιες προμήθειες.
Για να δημιουργηθεί ενιαία ευρωπαϊκή αγορά CCS, χρειάζονται κοινές προδιαγραφές για το CO2 που θα μεταφέρεται, ενιαίοι κανόνες πρόσβασης σε αποθήκες και δίκτυα, καθώς και χρηματοδοτικά εργαλεία που θα καλύπτουν όχι μόνο το CAPEX αλλά και το υψηλό ρίσκο. Στο επίκεντρο βρίσκεται και η αναθεώρηση των δεικτών αναφοράς του ETS για την περίοδο 2026-2030, που καθορίζουν τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών ανά κλάδο.
Τι σημαίνει η στάση της Ελλάδας και η νέα Τράπεζα Αποθρακοποίησης;
Η Ελλάδα, όπως ανέφερε η Ασημακοπούλου, τοποθετήθηκε κατά της αυστηροποίησης των benchmarks του ETS, φοβούμενη επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι αν η Ένωση χαλαρώσει τους στόχους αποθρακοποίησης μέσω αλλαγών στην οδηγία του ETS, υπάρχει κίνδυνος οι επενδύσεις σε CCS και άλλα έργα να μην προχωρήσουν.
Σήμερα η οδηγία επιβάλλει ποινές σε βιομηχανίες που δεν υλοποιούν έργα ενεργειακής απόδοσης, μειώνοντας κατά 20% τα δωρεάν δικαιώματα και απαιτώντας σχέδια κλιματικής ουδετερότητας. Η Ασημακοπούλου έθεσε την ανάγκη μετατόπισης από τις ποινές σε κίνητρα, με πριμοδότηση δωρεάν δικαιωμάτων σε όσες βιομηχανίες επενδύουν σε απανθρακοποίηση.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Στις 15 Ιουλίου αναμένεται η παρουσίαση της αναθεώρησης του ETS, που θα περιλαμβάνει και την «Industrial Decarbonization Bank» με δεσμευμένα 100 δισ. ευρώ. Η τράπεζα θα λειτουργήσει σε δύο φάσεις: πρώτα το «Investment Booster» από τον Σεπτέμβριο, με απλοποιημένες διαδικασίες και λογική «όποιος προλάβει», και στη συνέχεια οι συμβάσεις διαφοράς (CfD) που θα μειώνουν ουσιαστικά το επενδυτικό ρίσκο, με στόχο να μην βρεθεί ο ευρωπαϊκός νότος σε μειονεκτική θέση έναντι του βορρά.
Ο τρόπος λειτουργίας του αποθεματικού σταθερότητας της αγοράς ETS και ο λογιστικός χειρισμός εκπομπών από μη μόνιμη χρήση δεσμευμένου άνθρακα θα επηρεάσουν τις τελικές τιμές δικαιωμάτων και, έμμεσα, το κόστος παραγωγής τσιμέντου και άλλων υλικών. Αυτό μεταφράζεται σε κόστος για δημόσια έργα, κατασκευές και υποδομές, άρα και για τον τελικό καταναλωτή, είτε μέσω φόρων είτε μέσω τιμών ακινήτων και υπηρεσιών.
Σχόλιο
: Η σύγκλιση κλιματικής πολιτικής, βιομηχανικής στρατηγικής και χρηματοδοτικών εργαλείων δείχνει ότι η επόμενη πενταετία θα κρίνει αν η ευρωπαϊκή τσιμεντοβιομηχανία θα παραμείνει ανταγωνιστική εντός Ένωσης ή θα δει επενδύσεις να μετακινούνται εκτός. Για τον Έλληνα πολίτη, η επιτυχία των έργων CCS σημαίνει μικρότερη έκθεση σε μελλοντικές αυξήσεις κόστους άνθρακα και πιο ομαλή προσαρμογή τιμών σε κατασκευές, δημόσια έργα και, τελικά, στο συνολικό κόστος ζωής.
Διαβάστε επίσης:
ΔΕΣΦΑ ολοκληρώνει πρώτο σχεδιασμό αγωγών για έργο CCS Apollo





