Η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα γνώριμο δίλημμα: να αναγνωρίσει την πραγματικότητα και να δράσει ή να συνεχίσει να συζητά την ανταγωνιστικότητα ενώ ο υπόλοιπος κόσμος τρέχει με πολλαπλάσια ταχύτητα.
Η προειδοποίηση του Lars Sandahl Sørensen στο Project Syndicate ότι η Ευρώπη δεν αντέχει άλλη μία «χαμένη χρονιά» δεν είναι υπερβολή. Είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή της σημερινής κατάστασης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2020 αντιμετωπίζοντας μια πρωτοφανή πρόκληση: να διατηρήσει την οικονομική της ισχύ σε έναν κόσμο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδοτούν επιθετικά τη βιομηχανία τους, η Κίνα επενδύει στρατηγικά σε τεχνολογίες αιχμής και η τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνει ολόκληρους κλάδους.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει τεχνολογία, κεφάλαια ή ανθρώπινο δυναμικό. Το πρόβλημα είναι ότι δυσκολεύεται να μετατρέψει τα πλεονεκτήματά της σε παραγωγική ισχύ.
Εδώ και χρόνια οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επαναλαμβάνουν τα ίδια αιτήματα. Απλούστερο κανονιστικό πλαίσιο. Ταχύτερες αδειοδοτήσεις. Φθηνότερη ενέργεια. Καλύτερες υποδομές. Ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς. Κοινή κεφαλαιαγορά. Περισσότερη χρηματοδότηση για καινοτομία.
Και εδώ και χρόνια οι Βρυξέλλες απαντούν με νέες στρατηγικές, νέες εκθέσεις, νέες πρωτοβουλίες και νέα σχέδια δράσης.
Η απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες και στην εφαρμογή παραμένει τεράστια.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ενεργειακή αγορά. Η Ευρώπη συνεχίζει να πληρώνει πολλαπλάσιο ενεργειακό κόστος σε σχέση με τις ΗΠΑ και αρκετές ασιατικές οικονομίες. Η κατάσταση αυτή μετατρέπεται πλέον σε διαρθρωτικό μειονέκτημα για τη βιομηχανία.
Μια ευρωπαϊκή χαλυβουργία, μια χημική βιομηχανία ή μια μονάδα παραγωγής μπαταριών δεν ανταγωνίζεται μόνο τις τεχνολογίες των αντιπάλων της. Ανταγωνίζεται και το κόστος λειτουργίας τους.
Η διαφορά αυτή εξηγεί γιατί όλο και περισσότερες επενδύσεις μετακινούνται εκτός Ευρώπης.
Ταυτόχρονα, η Ευρώπη εξακολουθεί να λειτουργεί σαν ένα σύνολο 27 αγορών αντί για μια πραγματικά ενιαία οικονομία. Οι επιχειρήσεις συναντούν διαφορετικά φορολογικά καθεστώτα, διαφορετικές ρυθμίσεις, διαφορετικά αδειοδοτικά πλαίσια και διαφορετικές ερμηνείες των ίδιων κοινοτικών κανόνων.
Η αμερικανική αγορά διαθέτει σχεδόν 340 εκατομμύρια καταναλωτές που λειτουργούν μέσα σε ένα ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο.
Η ευρωπαϊκή αγορά διαθέτει περισσότερους από 440 εκατομμύρια καταναλωτές αλλά συνεχίζει να λειτουργεί με κατακερματισμένο τρόπο.
Αυτό δεν είναι απλώς γραφειοκρατικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα ανταγωνιστικότητας.
Το ίδιο ισχύει και για την τεχνητή νοημοσύνη.
Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε μια παράδοξη θέση. Διαθέτει κορυφαία πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιστήμονες, αλλά οι περισσότερες πλατφόρμες που κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά AI προέρχονται από τις ΗΠΑ ή την Κίνα.
Το κενό αυτό διευρύνεται.
Ενώ οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε data centers και υπολογιστική ισχύ, η Ευρώπη εξακολουθεί να συζητά τον τρόπο με τον οποίο θα οργανώσει την επόμενη φάση της ψηφιακής στρατηγικής της.
Ο χρόνος όμως δεν είναι ουδέτερος παράγοντας.
Κάθε έτος καθυστέρησης δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη απόσταση από τους ανταγωνιστές.
Η έκθεση Ντράγκι που παρουσιάστηκε το 2024 είχε επισημάνει ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο. Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει απλώς μια κυκλική επιβράδυνση. Αντιμετωπίζει τον κίνδυνο μιας μακροχρόνιας υποβάθμισης της παραγωγικής της βάσης.
Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών επιβεβαιώνουν αυτή την ανησυχία.
Οι ΗΠΑ προσελκύουν παγκόσμια κεφάλαια μέσω της αγοράς τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης. Η Κίνα συνεχίζει να επεκτείνει την επιρροή της στην πράσινη βιομηχανία, στις μπαταρίες, στα ηλεκτρικά οχήματα και στις κρίσιμες πρώτες ύλες.
Η Ευρώπη κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στη μέση.
Ούτε τεχνολογικός ηγέτης όπως οι ΗΠΑ, ούτε βιομηχανική υπερδύναμη χαμηλού κόστους όπως η Κίνα.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο στρατηγικό της πρόβλημα.
Η λύση δεν βρίσκεται σε περισσότερους κανονισμούς ούτε σε περισσότερες εκθέσεις.
Βρίσκεται στην ταχύτητα εφαρμογής.
Η Ευρώπη χρειάζεται άμεσα επενδύσεις σε δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, ψηφιακές υποδομές, logistics, τεχνητή νοημοσύνη, αμυντική βιομηχανία και κεφαλαιαγορές.
Χρειάζεται επίσης πολιτικό θάρρος για να προχωρήσει σε βαθύτερη οικονομική ενοποίηση.
Διαφορετικά, η επόμενη δεκαετία μπορεί να αποδειχθεί ακόμη πιο δύσκολη από την προηγούμενη.
Η πραγματική απειλή δεν είναι η ύφεση.
Είναι η σταδιακή απώλεια οικονομικής σημασίας.
Και αυτή η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει.
SBC Σχολιο
Η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει τα θεμέλια για να παραμείνει μία από τις τρεις μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη. Ωστόσο, η ανταγωνιστικότητα δεν κρίνεται πλέον από τις προθέσεις αλλά από την ταχύτητα εκτέλεσης. Η τεχνητή νοημοσύνη, η ενέργεια, η άμυνα και οι υποδομές εξελίσσονται σε πεδία γεωοικονομικού ανταγωνισμού. Εάν οι Βρυξέλλες συνεχίσουν να κινούνται με τους ρυθμούς της προηγούμενης δεκαετίας, η Ευρώπη κινδυνεύει να μετατραπεί από πρωταγωνιστή σε θεατή των παγκόσμιων εξελίξεων.







