Οι μικρομεσαίοι παραγωγοί βρίσκονται στο επίκεντρο μιας κρίσιμης συζήτησης για το καθεστώς στήριξης των ΑΠΕ, τον κορεσμό του δικτύου και τον ρόλο της αποθήκευσης. Η αντιπαράθεση για ΣΕΔΠ, ΣΕΣΤ και μπαταρίες αναδεικνύει τα όρια του σημερινού μοντέλου και τα περιθώρια προσαρμογής.
Οι μικρομεσαίοι παραγωγοί βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης για τον κορεσμό του δικτύου, τις συμβάσεις ΣΕΔΠ και την ανάγκη προσθήκης μπαταριών στα φωτοβολταϊκά. Μια πρόσφατη επιστολή προς το ΥΠΕΝ αποτυπώνει την ένταση, αλλά και τις παρανοήσεις γύρω από το πώς πραγματικά λειτουργεί η αγορά στήριξης των ΑΠΕ.
Πού «σκοντάφτουν» οι μικρομεσαίοι παραγωγοί στις ΣΕΔΠ;
Στην επιστολή αποδίδεται η σημερινή πίεση στην αγορά στα «φαραωνικά» έργα και στη δήθεν σταθερή τιμή αποζημίωσης των σταθμών με ΣΕΔΠ. Ωστόσο, τα στοιχεία για τις συνδέσεις στον ΑΔΜΗΕ μέχρι τον Απρίλιο 2026 δείχνουν ότι το 90% των έργων είναι κάτω από 1 MWp, κυρίως συστοιχίες μικρών σταθμών και ενεργειακών κοινοτήτων.
Παράλληλα, ο νόμος του 2016 προβλέπει για τους σταθμούς με ΣΕΔΠ όχι σταθερή τιμή, αλλά λειτουργική ενίσχυση με διαφορική τιμή αποζημίωσης, άμεσα συνδεδεμένη με τις συνθήκες της αγοράς. Σταθερή τιμή (ΣΕΣΤ) προβλεπόταν μόνο για έργα κάτω από 400 kWp – όριο που από 1 Ιανουαρίου 2026 μειώθηκε στα 200 kWp, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το πεδίο της πραγματικά εγγυημένης τιμής.
Πώς διαμορφώνεται το πλαίσιο για ΣΕΔΠ, ΣΕΣΤ και μπαταρίες;
Η κριτική ότι το κράτος άνοιξε τον δρόμο σε έργα δεκάδων GW χωρίς οργανωμένο σχέδιο αγγίζει ένα υπαρκτό ζήτημα: ο κορεσμός του δικτύου και οι περικοπές παραγωγής αυξάνουν τον κίνδυνο για τους μικρομεσαίους παραγωγούς. Όμως η εικόνα των «φαραωνικών» έργων ως βασικού υπαίτιου δεν επιβεβαιώνεται από τα μεγέθη των συνδέσεων στο σύστημα μεταφοράς.
Η νομοθεσία επιτρέπει ήδη την προσθήκη αποθήκευσης σε υφιστάμενους φωτοβολταϊκούς σταθμούς, κάτι που παρουσιάζεται από ορισμένους ως επικίνδυνο πρόσθετο ρίσκο. Αντίθετα, η αποθήκευση λειτουργεί ως εργαλείο μείωσης του κινδύνου, καθώς θωρακίζει την απόδοση της επένδυσης απέναντι σε περικοπές και σε συχνές αρνητικές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Η πίεση που δέχονται οι μικρομεσαίοι παραγωγοί δεν είναι μια «εσωτερική» υπόθεση της αγοράς ΑΠΕ, αλλά παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τη σταθερότητα του εφοδιασμού και το κόστος της ενέργειας μεσοπρόθεσμα. Αν ένα τμήμα της αγοράς οδηγηθεί σε κρίση ρευστότητας και βιωσιμότητας, το ρίσκο μεταφέρεται τελικά στους λογαριασμούς, είτε μέσω αυξημένων χρεώσεων στήριξης είτε μέσω καθυστερήσεων σε νέες επενδύσεις.
Η ενσωμάτωση αποθήκευσης, αντί να θεωρείται «πολυτέλεια», αποτελεί το μοναδικό μακροχρόνιο μέτρο που μπορεί να περιορίσει τις περικοπές ΑΠΕ και να σταθεροποιήσει τις τιμές για τον τελικό καταναλωτή. Όσο περισσότερη παραγωγή ΑΠΕ μπορεί να αποθηκευτεί αντί να χάνεται σε ώρες αρνητικών τιμών, τόσο μικρότερη είναι η ανάγκη για ακριβότερες συμβατικές μονάδες και τόσο πιο προβλέψιμοι γίνονται οι λογαριασμοί.
Σχόλιο
: Η συζήτηση που ανοίγουν οι μικρομεσαίοι παραγωγοί είναι καμπανάκι για την επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης: χωρίς καθαρούς κανόνες για ΣΕΔΠ/ΣΕΣΤ, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και στοχευμένη στήριξη για αποθήκευση, ο κίνδυνος να δούμε ένα «καρκίνωμα» στην αγορά ΑΠΕ είναι υπαρκτός. Για τον πολίτη αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τις μελλοντικές τιμές ρεύματος, γι’ αυτό και η Πολιτεία και οι τράπεζες καλούνται να δράσουν προληπτικά, πριν τα σημερινά προβλήματα ρευστότητας εξελιχθούν σε συστημική πίεση στο ενεργειακό κόστος.
Διαβάστε επίσης:
ΕΛΑΠΕ αυξάνει έσοδα από δικαιώματα CO2 και περιορίζει έλλειμμα
Οι ελληνικές ΑΠΕ τροφοδοτούν Βουλγαρία, Ιταλία και Ρουμανία






