Ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται σε παρατεταμένη φάση φθοράς και η ΕΕ καλείται να αποφασίσει αν θα χρησιμοποιήσει την προοπτική ένταξης ως καταλύτη ειρήνης και αναδιάταξης ισχύος στην ήπειρο. Η ταχύτητα και ο τρόπος της ευρωπαϊκής απάντησης θα κρίνουν όχι μόνο το μέλλον του Κιέβου, αλλά και την αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει παγιωθεί σε ένα αδιέξοδο φθοράς, με τη Μόσχα και το Κίεβο να επιδιώκουν στρατιωτικά κέρδη πριν από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναδεικνύεται σε κεντρικό εργαλείο για τη διαμόρφωση μιας μελλοντικής συμφωνίας. Η υπόσχεση πλήρους συμμετοχής στην ενιαία αγορά και στους θεσμούς της ΕΕ μπορεί να αποτελέσει το πολιτικό αντάλλαγμα που θα επιτρέψει στην ουκρανική ηγεσία να «πουλήσει» εσωτερικά δύσκολους συμβιβασμούς στο πεδίο των εδαφικών παραχωρήσεων.
Η γεωπολιτική και θεσμική διάσταση της ουκρανικής ένταξης
Η ταχεία ένταξη της Ουκρανίας δεν αφορά μόνο την αλληλεγγύη προς μια εμπόλεμη χώρα, αλλά τον επανακαθορισμό του ευρωπαϊκού συστήματος ισχύος. Η ανάληψη υποχρεώσεων κεκτημένου της ΕΕ θα λειτουργήσει ως μοχλός για βαθύτερες μεταρρυθμίσεις στο κράτος δικαίου, την καταπολέμηση της διαφθοράς και την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, μειώνοντας τελικά το βάρος της ανοικοδόμησης για τους Ευρωπαίους φορολογουμένους. Παράλληλα, η Ουκρανία διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους και πιο έμπειρους στρατούς στην ήπειρο, καθώς και αμυντική βιομηχανία που έχει αποδείξει υψηλή προσαρμοστικότητα, ιδίως σε τεχνολογίες drones.
Για την ΕΕ, η ένταξη μιας μεγάλης αγροτικής και στρατιωτικής δύναμης σημαίνει μετασχηματισμό: από αγροτική πολιτική και δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, μέχρι νέα ισορροπία σε θεσμικά όργανα και διαπραγματευτική ισχύ έναντι των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Ταυτόχρονα, ανακύπτουν σοβαρά ερωτήματα: πώς θα προστατευθούν οι ευρωπαίοι αγρότες από τον ανταγωνισμό ουκρανικών προϊόντων, πώς θα ενσωματωθούν περιοχές με αμφισβητούμενη κυριαρχία και πώς θα αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες κρατών-μελών για μετανάστευση, δημοσιονομικό κόστος και ανάγκη δημοψηφισμάτων επικύρωσης.
Οικονομικές επιπτώσεις για την Ευρώπη και την περιφέρεια
Η ταχεία ένταξη θα απαιτήσει ριζική αναθεώρηση του προϋπολογισμού της ΕΕ, με σημαντικούς πόρους να κατευθύνονται σε αγροτικές ενισχύσεις και σύγκλιση υποδομών στην Ουκρανία. Αυτό συνεπάγεται μετατόπιση κονδυλίων από υφιστάμενους δικαιούχους της κεντρικής και νότιας Ευρώπης, αλλά και ανάγκη νέων ίδιων πόρων ή μεγαλύτερων εθνικών συνεισφορών. Ωστόσο, σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα, μια σταθερή, θεσμικά θωρακισμένη Ουκρανία μπορεί να λειτουργήσει ως νέα αναπτυξιακή περιφέρεια για ευρωπαϊκά κεφάλαια, ενισχύοντας τις αλυσίδες αξίας στη βιομηχανία, την ενέργεια και τις μεταφορές.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η ένταξη της Ουκρανίας συνιστά ταυτόχρονα πρόκληση και ευκαιρία. Στο δημοσιονομικό επίπεδο, η Ελλάδα θα βρεθεί πιθανόν να συνεισφέρει σε έναν διευρυμένο προϋπολογισμό, ενώ σε επίπεδο Κοινής Αγροτικής Πολιτικής θα τεθεί ζήτημα ανακατανομής πόρων. Αντιστρόφως, ανοίγονται προοπτικές για ελληνικές κατασκευαστικές, ενεργειακές και συμβουλευτικές εταιρείες στην ανοικοδόμηση υποδομών, καθώς και για τη ναυτιλία μέσω αυξημένων ροών σιτηρών και πρώτων υλών από τη Μαύρη Θάλασσα. Η έγκαιρη στρατηγική τοποθέτηση ελληνικών επιχειρήσεων και τραπεζών στην ουκρανική αγορά θα κρίνει το καθαρό ισοζύγιο οφέλους για τη χώρα.






