Παύλος Μαρινάκης υπερασπίζεται κυβερνητική στρατηγική και απορρίπτει κινήσεις εντυπωσιασμού

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης σκιαγράφησε τη στρατηγική της κυβέρνησης από τη Δικαιοσύνη έως την οικονομία και τις εκλογές του 2027. Έθεσε ως κεντρική γραμμή τον σεβασμό των θεσμών και τη δημοσιονομική πειθαρχία, αποστασιοποιούμενος από ρυθμίσεις με επικοινωνιακό χαρακτήρα.

Η συνέντευξη του Παύλου Μαρινάκη στην τηλεόραση του in.gr λειτούργησε ως άτυπο κυβερνητικό «μανιφέστο» για τη δεύτερη τετραετία. Ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ επιχείρησε να συνδέσει την υπεράσπιση του κυβερνητικού έργου με μια σκληρή κριτική στο παρελθόν, στην αντιπολίτευση και σε κάθε μορφή πολιτικής που, όπως είπε, περιορίζεται σε κινήσεις εντυπωσιασμού.

Ενδοοικογενειακή βία και Ποινικός Κώδικας: πολιτική ουσίας ή συμβολισμοί;

Με αφορμή τη δολοφονία στην Καλαμάτα, ο κ. Μαρινάκης επέλεξε να μιλήσει με αριθμούς: 6.300 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας στο πρώτο τετράμηνο του 2026, 1.700 γυναίκες με panic button, 44 συμβουλευτικά κέντρα και 20 ξενώνες σε όλη τη χώρα. Περιέγραψε ένα κράτος που έχει αρχίσει να αποκτά μηχανισμούς προστασίας, αλλά που εξακολουθεί να χρειάζεται, όπως παραδέχθηκε, «συνεχή εκμάθηση και επιμονή» στα Αστυνομικά Τμήματα.

Η κριτική του εστιάστηκε στον Ποινικό Κώδικα της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο κατηγόρησε ότι άνοιξε παράθυρο αποφυλάκισης για δολοφόνους και βιαστές ανηλίκων, μετατρέποντας τα ισόβια σε ποινές 10 έως 15 ετών. Αντιπαρέβαλε την αλλαγή που έκανε η σημερινή κυβέρνηση, επαναφέροντας τα ισόβια ως αποκλειστική ποινή για την ανθρωποκτονία και επιταχύνοντας, όπως είπε, την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο με παράκαμψη των δικαστικών συμβουλίων.

Στο ζήτημα του όρου «γυναικοκτονία» ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνώρισε την κοινωνική σημασία της διάκρισης, αλλά απέρριψε την ποινική της κατοχύρωση ως «κίνηση εντυπωσιασμού». Υποστήριξε ότι η προσθήκη ενός όρου χωρίς αλλαγή στην ποινική μεταχείριση είναι «πολύ λιγότερο σημαντική» από την αυστηροποίηση των ποινών και το ξεκάθαρο μήνυμα ότι «πλέον δεν παίζει η δικαιοσύνη» για τους δράστες.

Κεντροαριστερά, νέο κόμμα Τσίπρα και προσωπικές ατζέντες

Ο Παύλος Μαρινάκης περιέγραψε τις διεργασίες στον χώρο της κεντροαριστεράς ως «εναλλαγή προσώπων» και «προσωπικές ατζέντες» χωρίς συνεκτική πολιτική πρόταση. Στόχευσε προσωπικά τον Αλέξη Τσίπρα, αμφισβητώντας το νέο κόμμα του σε τρία επίπεδα: ηθικό, ευρωπαϊκό και πολιτικής ουσίας.

Στο ηθικό σκέλος, κατηγόρησε τον πρώην πρωθυπουργό ότι αποστασιοποιείται από επιλογές προσώπων όπως η Ζωή Κωνσταντοπούλου και ο Γιάνης Βαρουφάκης, αφήνοντάς τους στο «ανάθεμα» ενώ ο ίδιος μένει στο «απυρόβλητο». Για το 2015 υπενθύμισε ότι η παραμονή της χώρας στην Ευρώπη δεν οφείλεται μόνο στην «κωλοτούμπα» Τσίπρα, αλλά και στη στάση των βουλευτών της τότε Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, χωρίς την οποία, όπως είπε, «θα ήμασταν μια χώρα εκτός Ευρώπης […] με τεράστιες συνέπειες».

Κατά τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, η προσπάθεια επανατοποθέτησης του κ. Τσίπρα ως σύγχρονου κεντροαριστερού Ευρωπαίου στερείται αυτοκριτικής και, άρα, πολιτικής ουσίας. Η κριτική αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη κυβερνητική αφήγηση που συνδέει τη σταθερότητα με τη θεσμική συνέπεια και όχι με την αλλαγή προσώπων.

Η Μαρία Καρυστιανού και τα όρια ανάμεσα στο πένθος και την πολιτική

Για το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, ο κ. Μαρινάκης επέλεξε χαμηλούς τόνους, δηλώνοντας ότι «ως μπαμπάς» διαχωρίζει την ιδιότητα της μητέρας από εκείνη της νέας πολιτικού αρχηγού. Ξεκαθάρισε ότι θα την αντιμετωπίσει αποκλειστικά ως πολιτικό αντίπαλο, αναμένοντας τις θέσεις της, και απέφυγε να χρησιμοποιήσει τη ρητορική της κυβέρνησης για να αντλήσει πολιτικό όφελος από την τραγωδία των Τεμπών.

Η τοποθέτηση αυτή δείχνει μια συνειδητή προσπάθεια να τεθούν όρια ανάμεσα στο δημόσιο πένθος και την πολιτική αντιπαράθεση, σε μια υπόθεση που βρίσκεται ήδη ενώπιον της Δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα, όμως, διατηρεί ανοιχτό το πεδίο της πολιτικής κριτικής για τη συνέχεια.

Εκλογές 2027, αυτοδυναμία και σενάρια συγκυβέρνησης

Κοιτώντας προς τις εκλογές του 2027, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχθηκε ότι η Νέα Δημοκρατία απέχει σήμερα 7 έως 8 μονάδες από τον στόχο της αυτοδυναμίας. Περιέγραψε τις δημοσκοπήσεις ως χρήσιμο εργαλείο, αλλά επέμεινε ότι «ο στόχος της αυτοδυναμίας καλύπτεται με έναν και μόνο τρόπο: με δουλειά, με ταπεινότητα και με αποτέλεσμα».

Παράλληλα, έστειλε σαφές μήνυμα ότι «το βράδυ των εκλογών η χώρα πρέπει οπωσδήποτε να έχει κυβέρνηση», ανοίγοντας ρητά το ενδεχόμενο συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ. Το χαρακτήρισε «τη μόνη επιλογή» με «παρελθόν θεσμικής συνέπειας» για συζήτηση, ενώ απέκλεισε κατηγορηματικά συνεργασία με την ακροδεξιά, κατονομάζοντας τον Κυριάκο Βελόπουλο και την Αφροδίτη Λατινοπούλου και επικαλούμενος «χαώδεις» διαφορές σε εξωτερική πολιτική, άμυνα και διαχείριση κρίσεων.

Στο ενδεχόμενο όρου από τον Νίκο Ανδρουλάκη για «τρίτο πρόσωπο» πρωθυπουργό, η απάντηση ήταν απολύτως απορριπτική: «Οι πρωθυπουργοί βγαίνουν από την κάλπη και από τη λαϊκή ψήφο και όχι από ΑΣΕΠ, από κλειστές πόρτες και από το προσωπικό γινάτι ή την προσωπική εναντίωση κάποιου». Η φράση αυτή κλειδώνει τη θέση της ΝΔ ότι η ηγεσία της κυβέρνησης δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταεκλογικού παζαριού.

Εσωκομματικές ισορροπίες: Σαμαράς, Καραμανλής και η «παράταξη πάνω από τα πρόσωπα»

Για τη διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά, ο Παύλος Μαρινάκης μίλησε για «όχι ευχάριστη εξέλιξη» που η κυβέρνηση «ούτε επεδίωξε ούτε προκάλεσε», αποδίδοντας την αφετηρία στη συνέντευξη του πρώην πρωθυπουργού στο «Βήμα» για την εξωτερική πολιτική. Αντιπαρέβαλε το κυβερνητικό έργο σε ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο, την επέκταση στα 12 μίλια στο Ιόνιο, τα εξοπλιστικά και τη διαχείριση του Έβρου, υποστηρίζοντας ότι η κριτική Σαμαρά αδικεί τις προσπάθειες της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Αναφερόμενος στις αιχμές του Κώστα Καραμανλή, δήλωσε ότι δεν θέλει να πιστεύει πως πρώην πρωθυπουργοί θα βάλουν το «γινάτι» πάνω από τα μεγάλα διλήμματα του 2027. Κάλεσε σε συστράτευση με την παράταξη, υπενθυμίζοντας ότι η Νέα Δημοκρατία είναι «πάνω και από πρόσωπα». Η τοποθέτηση αυτή δείχνει την προσπάθεια του Μεγάρου Μαξίμου να κλείσει τα εσωκομματικά μέτωπα, χωρίς όμως να υποχωρεί από τη γραμμή του στην εξωτερική πολιτική.

Οικονομία, αγοραστική δύναμη και το πολιτικό κόστος της λιτότητας

Στο πεδίο της οικονομίας, ο κ. Μαρινάκης αμφισβήτησε τη ρητορική ότι η Ελλάδα βρίσκεται στον «πάτο» της Ευρώπης ως προς την αγοραστική δύναμη, επικαλούμενος τον δείκτη κατά κεφαλήν κατανάλωσης της Eurostat, όπου η χώρα είναι έκτη από το τέλος. Προέβαλε ως επιτεύγματα τη δημιουργία 600.000 νέων θέσεων εργασίας και τη μείωση 83 φορολογικών συντελεστών από την 1η Ιανουαρίου 2026.

Τα σημερινά προβλήματα των νέων, όπως η στέγαση, τα συνέδεσε με τις πολιτικές του «δώστα όλα» προηγούμενων δεκαετιών, παίρνοντας σαφή απόσταση από την επιδοματική λογική. Εξαίρεσε μόνο τα προνοιακά επιδόματα και το επίδομα μητρότητας, ενώ έθεσε υπό αμφισβήτηση το μοντέλο του επιδόματος ανεργίας «με τη μορφή που το ξέραμε», τη στιγμή που, όπως είπε, η Ελλάδα έχει χαμηλότερη ανεργία από τη Φινλανδία και τη Σουηδία.

Στο ευαίσθητο ζήτημα των χρεών της Νέας Δημοκρατίας, υποστήριξε ότι επί δεκαετία προεδρίας Μητσοτάκη δεν έχει δημιουργηθεί «ούτε ένα ευρώ» νέου δανεισμού. Περιέγραψε μια δραστική συρρίκνωση του κόμματος: μείωση λειτουργικού κόστους κατά 80%, απόλυση του 80% των υπαλλήλων και μετακόμιση σε κτίριο με ενοίκιο στο 15% του προηγούμενου. Παρά ταύτα, αναγνώρισε, μέσω της αναφοράς στις δηλώσεις Γεωργιάδη, ότι λόγω των υψηλών τόκων είναι πρακτικά αδύνατο να μηδενιστεί το χρέος, μιλώντας για συνεχιζόμενη «πρακτική συμμαζέματος» για την εξυπηρέτησή του.

ΟΠΕΚΕΠΕ, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και το όριο της θεσμικής κριτικής

Για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε ότι η κυβέρνηση έστειλε 5.000 ΑΦΜ στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και μετέφερε τον οργανισμό στην ΑΑΔΕ, ώστε «κανένας μπαταχτσής να μην πάρει ούτε ένα ευρώ παραπάνω». Εμφάνισε έτσι την εκτελεστική εξουσία ως πρωταγωνιστή της θεσμικής αυστηροποίησης στον έλεγχο των ευρωπαϊκών πόρων.

Σχετικά με την έκθεση «Τυχεροπούλου» για τους 11+2 βουλευτές, ανέφερε ότι η τελική περιουσιακή ζημία φαίνεται να περιορίζεται σε 110.000-115.000 € αντί για 1,2 εκατ. €, με έξι βουλευτές να μην εμφανίζουν ζημία. Εξέφρασε την απορία γιατί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν περίμενε λίγες εβδομάδες ώστε η έκθεση να ενσωματωθεί στη δικογραφία πριν σταλεί στη Βουλή, για να μην «κρεμαστούν στα μανταλάκια» πρόσωπα που τελικά δεν βαρύνονται με ζημία. Παρά τη σαφή κριτική στον τρόπο δημοσιοποίησης, έσπευσε να διαβεβαιώσει ότι η κυβέρνηση «σέβεται απόλυτα» τους δικαστικούς λειτουργούς.

Υποκλοπές, Ταλ Ντίλιαν και η αντιπαράθεση για τα «τηλεδικεία»

Στο μέτωπο των παράνομων λογισμικών, ο Παύλος Μαρινάκης υπενθύμισε ότι ο Ταλ Ντίλιαν έχει ήδη καταδικαστεί πρωτοδίκως και ότι η υπόθεση θα κριθεί πλέον σε δεύτερο βαθμό στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Επικαλέστηκε τρεις ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, ανάμεσά τους τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και την κ. Αδειλίνη, οι οποίοι, όπως είπε, έχουν αποφανθεί αρνητικά για οποιαδήποτε σχέση του κράτους ή της ΕΥΠ με τα παράνομα λογισμικά.

«Η απάντηση λοιπόν είναι καθαρή, πως όχι», δήλωσε για το αν η χώρα είχε προμηθευτεί το λογισμικό, παραπέμποντας και στις παλαιότερες δηλώσεις του πρωθυπουργού και του Γιάννη Οικονόμου. Κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι επιχειρεί να στήσει «τηλεδίκες» και να υποκαταστήσει τη Δικαιοσύνη, ενώ απέκλεισε κάθε σκέψη για «φωτογραφική» ρύθμιση που θα καθιστούσε εξαγοράσιμες τις ποινές ιδιωτών. «Εμείς να μετατρέψουμε το Μέγαρο Μαξίμου σε παρα-υπουργείο Δικαιοσύνης […] δεν έχουμε σκοπό να το κάνουμε», σημείωσε, επιχειρώντας να κλείσει τη συζήτηση για πολιτικές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη.

Ποιο είναι το νήμα που ενώνει τις παρεμβάσεις Μαρινάκη;

Κοινός παρονομαστής σε όλες τις τοποθετήσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου είναι η επίκληση της «πολιτικής με ουσία» απέναντι σε κινήσεις που χαρακτηρίζει επικοινωνιακές ή προσωπικές. Από την άρνηση της ποινικής κατοχύρωσης του όρου «γυναικοκτονία» μέχρι τη στάση απέναντι στο νέο κόμμα Τσίπρα και τα σενάρια συγκυβέρνησης, ο κ. Μαρινάκης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνηση ως θεσμικά συνεπή, δημοσιονομικά πειθαρχημένη και προσανατολισμένη στη σταθερότητα.

Ταυτόχρονα, όμως, η γραμμή αυτή μεταφέρει το βάρος της ευθύνης για τις σημερινές πιέσεις –στην αγοραστική δύναμη, στη στέγαση, στην εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς– σε προηγούμενες πολιτικές και σε πρόσωπα της αντιπολίτευσης. Η αντιπαράθεση για το αν πρόκειται για ουσία ή για μια διαφορετική μορφή πολιτικής διαχείρισης θα κριθεί στην κάλπη του 2027, αλλά και στην καθημερινότητα των πολιτών μέχρι τότε.

Σχόλιο : Για τον πολίτη, η γραμμή που περιγράφει ο Παύλος Μαρινάκης σημαίνει πιο αυστηρό ποινικό πλαίσιο για βαριά εγκλήματα, αλλά και επιφυλακτικότητα απέναντι σε νέες νομικές κατηγορίες με συμβολικό χαρακτήρα. Στην οικονομία, η επιλογή απομάκρυνσης από την επιδοματική πολιτική μεταφράζεται σε μεγαλύτερη έμφαση στη φορολογική ελάφρυνση και στην απασχόληση, με λιγότερα άμεσα στηρίγματα εισοδήματος, ειδικά για τους πιο ευάλωτους. Στο πολιτικό επίπεδο, η προαναγγελία ότι «η χώρα πρέπει να έχει κυβέρνηση το βράδυ των εκλογών» και η στοχοποίηση του ΠΑΣΟΚ ως πιθανού εταίρου διαμορφώνουν από νωρίς το πλαίσιο των συμμαχιών, περιορίζοντας τα περιθώρια αιφνιδιασμών. Η έντονη επίκληση της Δικαιοσύνης, τόσο στις υποθέσεις ΟΠΕΚΕΠΕ όσο και στα παράνομα λογισμικά, ενισχύει θεσμικά αντανακλαστικά, αλλά αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς θα αποκατασταθεί μόνο με δηλώσεις ή θα απαιτήσει πιο βαθιές θεσμικές παρεμβάσεις.

#Μαρινάκης #ΝΔ #Τσίπρας #ΠΑΣΟΚ #ΟΠΕΚΕΠΕ

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.