Η ΕΤΕ καταγράφει επιβράδυνση της ανάπτυξης και προβλέπει οριακή συρρίκνωση του ΑΕΠ το 2ο τρίμηνο 2026. Η εικόνα της οικονομίας γίνεται πιο σύνθετη, με ισχυρές επενδύσεις αλλά εμφανή κόπωση στην κατανάλωση υπηρεσιών.
Η ελληνική οικονομία μπήκε στο 2026 με ανάπτυξη, αλλά και με σαφή σημάδια κόπωσης. Η ΕΤΕ βλέπει πλέον οριακή συρρίκνωση του ΑΕΠ το 2ο τρίμηνο, καθώς η γεωπολιτική αβεβαιότητα, το ακριβό πετρέλαιο και η πίεση στα νοικοκυριά ανατρέπουν το πιο αισιόδοξο σενάριο για τη χρονιά.
Πώς αλλάζει η εικόνα της ανάπτυξης το 2026;
Το 1ο τρίμηνο το ΑΕΠ αυξήθηκε 2,0% σε ετήσια βάση και 0,2% τριμηνιαία, όμως υπολείπεται του βασικού σεναρίου της ΕΤΕ. Το υπόδειγμα βραχυπρόθεσμης πρόβλεψης της τράπεζας δείχνει πλέον μείωση 0,2% σε τριμηνιαία βάση το 2ο τρίμηνο και ετήσιο ρυθμό γύρω στο 1,5%.
Η τελική επίδοση του 2026 τοποθετείται σε αύξηση ΑΕΠ 1,7%, υπό την προϋπόθεση ότι η ενεργειακή κρίση δεν θα επιδεινωθεί περαιτέρω. Καθοριστικός παράγοντας για να επανέλθει η ανάπτυξη κοντά στο 2,0% στο 2ο εξάμηνο είναι η αποκλιμάκωση της αβεβαιότητας για τις τιμές ενέργειας και ο διατηρήσιμος ρυθμός τουριστικών αφίξεων.
Πού στηρίζεται η οικονομία και πού εμφανίζονται ρωγμές;
Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου παραμένει ο βασικός πυλώνας, με άνοδο 12,1% και συμβολή 2,0 ποσοστιαίων μονάδων στην αύξηση του ΑΕΠ. Οι επενδύσεις ξεπερνούν το 18,0% του ΑΕΠ, στο υψηλότερο επίπεδο 16ετίας, με κατασκευές, μηχανολογικό και τεχνολογικό εξοπλισμό να τροφοδοτούν την ανοδική πορεία.
Οι καθαρές εξαγωγές προσέθεσαν 0,6 ποσοστιαίες μονάδες στο ΑΕΠ, με τον τουρισμό να λειτουργεί ως βασικό αντίβαρο στο δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον. Τα τουριστικά έσοδα εκτινάχθηκαν κατά 64,3% και οι αφίξεις κατά 38,3% στο 1ο τρίμηνο, ενώ οι εξαγωγές αγαθών ενισχύθηκαν κυρίως από τα διυλισμένα πετρελαϊκά προϊόντα.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Στην εσωτερική ζήτηση, η ιδιωτική κατανάλωση επιβραδύνεται στο 0,7% ετησίως, με στασιμότητα σε τριμηνιαία βάση και έντονη πτώση στην κατανάλωση υπηρεσιών κατά 4,0%. Η κόπωση είναι εντονότερη σε εστίαση, διαμονή και αναψυχή, ενώ η κατανάλωση αγαθών αυξάνεται 3,8%, υποδηλώνοντας ανακατανομή δαπανών και προαγορές λόγω φόβου υψηλότερου πληθωρισμού.
Η δημόσια κατανάλωση και οι δαπάνες ΠΔΕ και Ταμείου Ανάκαμψης δίνουν συνδυαστική ώθηση 0,6 ποσοστιαίων μονάδων στο ΑΕΠ, αναδεικνύοντας τον ρόλο του Δημοσίου ως αντιστάθμισμα στην επιβράδυνση της ιδιωτικής ζήτησης. Την ίδια στιγμή, η μεγαλύτερη από το αναμενόμενο απομείωση αποθεμάτων αφαιρεί 1,5 ποσοστιαίες μονάδες από τον ρυθμό ανάπτυξης, καθώς επιχειρήσεις, ιδίως στην ενέργεια, διστάζουν ή αδυνατούν να τα αναπληρώσουν.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, ο πληθωρισμός άνω του 5,0% και οι υψηλές ενεργειακές τιμές σημαίνουν διαρκή πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα και περιορισμό δαπανών σε εστίαση και αναψυχή. Για τις επιχειρήσεις υπηρεσιών, ειδικά σε αστικά κέντρα και τουριστικές περιοχές, η κάμψη της εγχώριας ζήτησης αυξάνει τον κίνδυνο για τζίρους και απασχόληση, παρά τη στήριξη από τον εισερχόμενο τουρισμό. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η προβλεπόμενη οριακή συρρίκνωση του ΑΕΠ το 2ο τρίμηνο υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη του 2026 θα είναι πιο εύθραυστη, με την οικονομία να εξαρτάται έντονα από τις επενδύσεις, τα έργα υποδομής και την πορεία του τουρισμού, ενώ η δημοσιονομική στήριξη των 0,8 δισ. € λειτουργεί ως «μαξιλάρι», αλλά όχι ως οριστική λύση στο πρόβλημα της αγοραστικής δύναμης.






