Η οικονομία της ευρωζώνης γύρισε σε αρνητικό πρόσημο στο α΄ τρίμηνο, κόντρα στις αρχικές εκτιμήσεις για μικρή ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή, η απασχόληση παραμένει ανθεκτική, δημιουργώντας ένα σύνθετο σήμα για τις κεντρικές τράπεζες και τις κυβερνήσεις.
Η ευρωζώνη μπήκε στο 2026 με ένα σαφές μήνυμα επιβράδυνσης. Το πραγματικό ΑΕΠ υποχώρησε κατά 0,1% σε τριμηνιαία βάση, σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία της Eurostat, αναθεωρώντας προς τα κάτω την αρχική εικόνα για οριακή ανάπτυξη 0,1%. Αντίστοιχη μείωση 0,1% καταγράφηκε και στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε ετήσια βάση, η εικόνα παραμένει θετική αλλά υποτονική: η οικονομία της ευρωζώνης αυξήθηκε κατά 0,3%, ενώ της ΕΕ κατά 0,7%. Οι ρυθμοί αυτοί επιβεβαιώνουν ότι η Ευρώπη κινείται σε τροχιά χαμηλής ανάπτυξης, σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, γεωπολιτικών εντάσεων και ασθενικής βιομηχανικής παραγωγής.
Μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ χωρών της Ευρώπης
Πίσω από τον μέσο όρο κρύβονται έντονες διαφοροποιήσεις. Η Δανία κατέγραψε εντυπωσιακή τριμηνιαία αύξηση 1,9%, ενώ Εσθονία και Μάλτα κινήθηκαν στο 1,1%. Στον αντίποδα, η Ιρλανδία εμφάνισε διψήφια πτώση, η οποία συνδέεται παραδοσιακά με τη μεταβλητότητα των πολυεθνικών και τη λογιστική απεικόνιση των επενδύσεών τους.
Μικρότερες αλλά ενδεικτικές πιέσεις καταγράφηκαν σε Λιθουανία και Σουηδία, με υποχώρηση 0,3% και 0,2% αντίστοιχα. Το μωσαϊκό αυτό αναδεικνύει μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων, όπου οι μικρές, ανοιχτές οικονομίες επηρεάζονται έντονα από το παγκόσμιο εμπόριο και τις ροές επενδύσεων, ενώ ο βορράς και ο νότος βιώνουν διαφορετικά τον συνδυασμό ενεργειακού κόστους και νομισματικής σύσφιξης.
Παράδοξη ανθεκτικότητα στην αγορά εργασίας
Παρά τη συρρίκνωση του ΑΕΠ, η απασχόληση συνεχίζει να αυξάνεται. Οι απασχολούμενοι στην ΕΕ ανήλθαν σε 221,2 εκατομμύρια και στην ευρωζώνη σε 176,3 εκατομμύρια. Σε τριμηνιαία βάση, η απασχόληση ενισχύθηκε κατά 0,1% στην ευρωζώνη και παρέμεινε σταθερή στην ΕΕ, ενώ σε ετήσια βάση αυξήθηκε κατά 0,2% και στις δύο περιφέρειες.
Το φαινόμενο αυτό –ασθενής ανάπτυξη με σταθερή ή αυξανόμενη απασχόληση– υποδηλώνει ότι οι επιχειρήσεις διστάζουν να μειώσουν προσωπικό, προτιμώντας να απορροφήσουν μέρος του κόστους ενόψει δημογραφικής γήρανσης και ελλείψεων δεξιοτήτων. Για την ΕΚΤ, η εικόνα αυτή περιπλέκει τη συζήτηση για τον ρυθμό μελλοντικών μειώσεων επιτοκίων, καθώς η ήπια ύφεση δεν συνοδεύεται από σαφή χαλάρωση στην αγορά εργασίας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η εικόνα χαμηλής ανάπτυξης στην ευρωζώνη σημαίνει πιο αργή εξωτερική ζήτηση για εξαγωγές και τουρισμό, αλλά ταυτόχρονα ασκεί πίεση υπέρ μιας πιο ήπιας νομισματικής στάσης από την ΕΚΤ. Αυτό μπορεί να στηρίξει το κόστος δανεισμού Δημοσίου και επιχειρήσεων, ενισχύοντας τις αποτιμήσεις στο Χρηματιστήριο Αθηνών, με την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει την υπεραπόδοσή της σε επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου.






