Ιράκ: Η ενεργειακή κρίση ωθεί τα νοικοκυριά σε στροφή στην ηλιακή

Το Ιράκ, με από τα υψηλότερα επίπεδα ηλιοφάνειας παγκοσμίως, αναγκάζεται από τις διακοπές ρεύματος και τον γεωπολιτικό κίνδυνο να επιταχύνει τη στροφή σε φωτοβολταϊκά. Η μετάβαση ξεκινά από τα νοικοκυριά, αλλά οι θεσμικές αδυναμίες παραμένουν βαρίδι.

Το Ιράκ εισέρχεται σε ακόμη ένα καλοκαίρι με ελλείψεις ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά αυτή τη φορά η αντίδραση της κοινωνίας και της αγοράς είναι διαφορετική. Η εξάρτηση της χώρας από το ιρανικό φυσικό αέριο, που καλύπτει έως και το 40% των αναγκών των θερμικών μονάδων, αποδείχθηκε θεσμικά εύθραυστη όταν οι ροές διακόπηκαν λόγω της πολεμικής σύγκρουσης. Το αποτέλεσμα ήταν πολυήμερες διακοπές ρεύματος, που λειτούργησαν ως καταλύτης για μια πιο μαζική στροφή των νοικοκυριών στην ηλιακή ενέργεια, παρά το υψηλό αρχικό κόστος εγκατάστασης.

Η δομική αδυναμία του ιρακινού ενεργειακού μοντέλου

Ακόμη και στις καλύτερες ημέρες, το εθνικό δίκτυο του Ιράκ παρέχει στα νοικοκυριά μόλις 8 έως 12 ώρες ηλεκτροδότησης. Το κενό καλύπτεται από ένα παράλληλο, ημι-άτυπο σύστημα περίπου 4,5 εκατομμυρίων γεννητριών, με συνδρομές που σε μεγάλες πόλεις φθάνουν τα 100 έως 300 δολάρια τον μήνα. Το μοντέλο αυτό ήταν ανεκτό όσο το καύσιμο ήταν φθηνό και επιδοτούμενο. Όμως η μείωση των κρατικών επιδοτήσεων στο ντίζελ, η άνοδος του κόστους και η αυξανόμενη περιβαλλοντική όχληση καθιστούν πλέον τη λύση αυτή οικονομικά και κοινωνικά μη βιώσιμη.

Παράλληλα, οι βαριά επιδοτούμενοι τιμοκατάλογοι του δημοσίου ρεύματος αποθάρρυναν επί χρόνια τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τόσο από τον ιδιωτικό τομέα όσο και από τα ίδια τα νοικοκυριά. Η εικόνα αρχίζει να αλλάζει: η κεντρική τράπεζα έχει ενεργοποιήσει ειδικό πρόγραμμα δανείων με ευνοϊκούς όρους για εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, ενώ οι εισαγωγικοί δασμοί σε εξοπλισμό ηλιακής ενέργειας μειώθηκαν από 33% σε 5%, μειώνοντας σημαντικά το αρχικό επενδυτικό βάρος.

Αγορές, γεωπολιτικός κίνδυνος και ενεργειακή μετάβαση

Η απόκλιση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στο Ιράκ παραμένει μεγάλη: η διαθέσιμη ισχύς κινείται γύρω στα 29 γιγαβάτ, όταν η βασική ζήτηση εκτιμάται στα 40 γιγαβάτ και το θερινό φορτίο μπορεί να φθάσει τα 54 έως 62 γιγαβάτ. Η αβεβαιότητα γύρω από τις εισαγωγές ιρανικού αερίου και ηλεκτρισμού μεταφράζεται σε αυξημένο γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου για κάθε επενδυτικό σχέδιο στον κλάδο, ωθώντας ταυτόχρονα επιχειρήσεις και νοικοκυριά να αναζητήσουν τεχνολογίες αποκεντρωμένης παραγωγής. Η εκρηκτική αύξηση των εισαγωγών κινεζικών φωτοβολταϊκών πάνελ από το 2024 και μετά δείχνει ότι η αγορά αρχίζει να αυτορρυθμίζεται, έστω και καθυστερημένα σε σχέση με άλλες χώρες της περιοχής.

Σχόλιο : Για την Ελλάδα, η ιρακινή στροφή στην ηλιακή ενέργεια υπογραμμίζει δύο κρίσιμες διαστάσεις. Πρώτον, η ενεργειακή ασφάλεια στη Μέση Ανατολή επηρεάζει έμμεσα τις τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού στην Ευρώπη, άρα και το κόστος για βιομηχανία και νοικοκυριά. Δεύτερον, αναδεικνύεται η αξία των σταθερών θεσμικών πλαισίων για επενδύσεις σε ΑΠΕ: η Ελλάδα, έχοντας ήδη σημαντικό μερίδιο φωτοβολταϊκών στο ενεργειακό της μίγμα, μπορεί να κεφαλαιοποιήσει τεχνογνωσία και εξαγωγικές υπηρεσίες σε αγορές όπως το Ιράκ, υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρήσει προβλέψιμο ρυθμιστικό περιβάλλον και ανταγωνιστικό κόστος κεφαλαίου.

#Ιράκ #Ενέργεια #ΑΠΕ #ΜέσηΑνατολή

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.