Οι κυρώσεις Μπεν-Γκβιρ αναδεικνύονται σε νέο τεστ συνοχής για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι υπουργοί Εξωτερικών δεν κατόρθωσαν να καταλήξουν σε κοινή γραμμή. Η Κάγια Κάλας επιβεβαίωσε ότι, παρά τις προτάσεις πολλών κρατών-μελών, δεν υπήρξε ομοφωνία για μέτρα σε βάρος του Ισραηλινού υπουργού Εθνικής Ασφάλειας.
Οι κυρώσεις Μπεν-Γκβιρ αναδεικνύονται σε νέο τεστ συνοχής για την Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την παραδοχή της Κάγια Κάλας ότι το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων δεν πέτυχε ομοφωνία για μέτρα κατά του Ισραηλινού υπουργού Εθνικής Ασφάλειας. Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την ευρωπαϊκή στάση απέναντι στην ισραηλινή πολιτική και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και με τα εσωτερικά όρια της ευρωπαϊκής διπλωματίας.
Πώς οι κυρώσεις Μπεν-Γκβιρ αποκαλύπτουν τα όρια της ΕΕ;
Η Κάλας ανέφερε ότι «πολλά κράτη-μέλη πρότειναν να επιβληθούν κυρώσεις στον υπουργό Μπεν-Γκβιρ, αλλά δεν υπήρξε συναίνεση σήμερα», επιβεβαιώνοντας την κλασική παγίδα της ομοφωνίας στην ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική. Η αδυναμία συμφωνίας δείχνει ότι, ακόμη και όταν υπάρχει σημαντική ομάδα κρατών που επιδιώκει αυστηρότερη στάση απέναντι σε συγκεκριμένα πρόσωπα, μια μικρή μειοψηφία μπορεί να μπλοκάρει την απόφαση.
Το πολιτικό βάρος της υπόθεσης ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Μπεν-Γκβιρ έχει ήδη προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις με τη δημοσιοποίηση βίντεο όπου ακτιβιστές της Global Sumud Flotilla εμφανίζονται δεμένοι και γονατισμένοι στο έδαφος. Η εικόνα αυτή, σε συνδυασμό με την ιδιότητά του ως υπουργού Εθνικής Ασφάλειας, τροφοδοτεί συζήτηση για το κατά πόσο η ΕΕ είναι διατεθειμένη να συνδέσει ρητά τη στάση της απέναντι στο Ισραήλ με συγκεκριμένες πρακτικές ασφαλείας.
Ποιο μήνυμα στέλνουν τα επιμέρους μέτρα κρατών-μελών;
Παρά την απουσία κοινής ευρωπαϊκής απόφασης, μεμονωμένα κράτη-μέλη έχουν ήδη κινηθεί μονομερώς απέναντι στον Μπεν-Γκβιρ, διαμορφώνοντας ένα μωσαϊκό εθνικών πολιτικών. Η Ισπανία και η Γαλλία απαγόρευσαν την είσοδό του στην επικράτειά τους, ενώ η Ιταλία επέλεξε τη δικαστική οδό, με εισαγγελικές αρχές να ανοίγουν έρευνα για τη μεταχείριση των ακτιβιστών της Γάζα.
Αυτή η διαφοροποίηση υπογραμμίζει την τάση ορισμένων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να χρησιμοποιούν εθνικά εργαλεία πίεσης όταν η Ένωση δεν καταφέρνει να κινηθεί συλλογικά. Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα κατακερματισμένο πλαίσιο, όπου ο ίδιος Ισραηλινός υπουργός μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητος σε ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αλλά να μην υπόκειται σε ενιαίο ευρωπαϊκό καθεστώς κυρώσεων.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Για την Αθήνα, η υπόθεση Μπεν-Γκβιρ επαναφέρει το διαχρονικό δίλημμα ανάμεσα στη διατήρηση στενών σχέσεων με το Ισραήλ και στην ευθυγράμμιση με τις πιο κριτικές φωνές εντός της ΕΕ. Η ελληνική διπλωματία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην τριμερή συνεργασία με Ισραήλ και Κύπρο και στην ανάγκη να μην εμφανίζεται απούσα από ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που σχετίζονται με το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η απουσία κοινής ευρωπαϊκής γραμμής δίνει μεν μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών στην Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει την πίεση για σαφή τοποθέτηση σε περιπτώσεις που άλλες μεγάλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ισπανία, υιοθετούν πιο αυστηρή στάση. Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε ελληνική επιλογή θα αξιολογείται όχι μόνο διμερώς, αλλά και ως ένδειξη για το πού τοποθετείται η Αθήνα στον εσωτερικό ευρωπαϊκό διάλογο για το Μεσανατολικό.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Μπεν-Γκβιρ λειτουργεί ως άτυπο τεστ για το αν η Ελλάδα θα επιδιώξει ρόλο γέφυρας ανάμεσα στις πιο επιφυλακτικές και στις πιο κριτικές προς το Ισραήλ ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ή αν θα περιοριστεί σε χαμηλό προφίλ, με κίνδυνο να βρεθεί εκτός των κεντρικών ευρωπαϊκών συνεννοήσεων για την επόμενη μέρα στη Μέση Ανατολή.
Διαβάστε επίσης:
ΕΕ επεκτείνει κυρώσεις κατά Ρωσίας με νέα ονόματα και εταιρείες






