Βαριά φορολόγηση μισθών και ΦΠΑ πιέζουν εργασία και κατανάλωση

Η φορολόγηση εργασίας απορροφά το 39,3% του συνολικού κόστους για τον μέσο άγαμο εργαζόμενο στην Ελλάδα, αφήνοντας περιορισμένο καθαρό μισθό και υψηλό βάρος για τις επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, το κενό ΦΠΑ μειώνεται θεαματικά, αλλά το φορολογικό μείγμα παραμένει έντονα προσανατολισμένο σε μισθωτούς και κατανάλωση.

Η φορολόγηση εργασίας απορροφά το 39,3% του συνολικού κόστους για έναν άγαμο εργαζόμενο χωρίς παιδιά με μέσο μισθό στην Ελλάδα, έναντι 35,1% στον ΟΟΣΑ, σύμφωνα με την έκθεση «Taxing Wages 2026». Το ποσοστό αυτό, που περιλαμβάνει φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου και εργοδότη, περιορίζει τη διαφορά ανάμεσα σε μικτό και καθαρό μισθό και αυξάνει το συνολικό κόστος για την επιχείρηση.

Διαφήμιση

Πόσο «τιμωρεί» η φορολόγηση εργασίας τον μισθό;

Η διαφορά των 4,2 ποσοστιαίων μονάδων από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ κατατάσσει την Ελλάδα στο ανώτερο μισό των χωρών του οργανισμού ως προς το φορολογικό βάρος στη μισθωτή εργασία. Παρά τη μικρή αποκλιμάκωση από το περίπου 39,5% του 2024, η συνολική εικόνα παραμένει αυτή μιας αγοράς εργασίας όπου ο μισθός κοστίζει πολύ στον εργοδότη και φτάνει σημαντικά «ψαλιδισμένος» στον εργαζόμενο.

Σε μακροχρόνια βάση, η τάση είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική: ο φορολογικός συντελεστής για τον μέσο άγαμο εργαζόμενο αυξήθηκε από 38,7% το 2000 σε 39,3% το 2025, την ώρα που ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ μειώθηκε από 36,1% σε 35,1%. Για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, ειδικά σε υψηλότερα εισοδήματα ή διαφορετικές οικογενειακές συνθέσεις, το συνολικό άθροισμα φόρων και εισφορών μπορεί να πλησιάζει ή να ξεπερνά το 44%, εντείνοντας τα αντικίνητρα για δηλωμένη εργασία και νέες προσλήψεις.

Ένα φορολογικό μοντέλο που «πατάει» στους μισθωτούς

Το ελληνικό φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να αντλεί σταθερά έσοδα από εισοδήματα που δηλώνονται και ελέγχονται εύκολα, κυρίως από μισθωτούς και συνταξιούχους. Αυτή η δομική εξάρτηση περιορίζει τα περιθώρια ουσιαστικής ελάφρυνσης της εργασίας, ακόμη και μετά τις μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών και την πρόοδο στον περιορισμό της φοροδιαφυγής.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποιεί ότι η υψηλή φορολόγηση της εργασίας λειτουργεί ως αντικίνητρο για την απασχόληση και την αύξηση των ωρών εργασίας, ιδιαίτερα όταν οι φορολογικές ελαφρύνσεις για οικογένειες ή χαμηλότερα εισοδήματα είναι περιορισμένες. Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μεταφέρει σταδιακά μέρος του βάρους από τη δηλωμένη εργασία σε ευρύτερες και λιγότερο στρεβλωτικές φορολογικές βάσεις, χωρίς να διακινδυνεύσει τη σταθερότητα των δημοσίων εσόδων.

ΦΠΑ: Μικρότερο κενό είσπραξης, μεγάλο κενό πολιτικής

Στον ΦΠΑ, η εικόνα είναι διττή. Το επιβεβαιωμένο κενό ΦΠΑ μειώθηκε θεαματικά στο 11,4% το 2023, από 24% το 2019, με τα διαφυγόντα έσοδα να εκτιμώνται στα 2,53 δισ. €. Τον καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η υποχρεωτική χρήση POS, η διασύνδεση ταμειακών με την ΑΑΔΕ και η ψηφιακή διαβίβαση παραστατικών μέσω myDATA.

Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε., που διαμορφώθηκε κοντά στο 9,5%, ενώ προκαταρκτικές εκτιμήσεις φέρνουν το ελληνικό κενό ΦΠΑ για το 2024 περίπου στο 9%. Την ίδια στιγμή, το λεγόμενο «policy gap» –τα δυνητικά έσοδα που χάνονται λόγω μειωμένων συντελεστών και εξαιρέσεων– παραμένει από τα υψηλότερα στην Ένωση, αποτυπώνοντας ένα σύστημα με πολλαπλές διαφοροποιήσεις που περιορίζουν την πραγματική φορολογική βάση.

Υψηλός ΦΠΑ, ενεργειακά αντικίνητρα και κοινωνικό αποτύπωμα

Η Ελλάδα διατηρεί βασικό συντελεστή ΦΠΑ 24%, έναν από τους υψηλότερους στην Ε.Ε., και στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στους έμμεσους φόρους για τη χρηματοδότηση των δημόσιων εσόδων. Η δομή αυτή θεωρείται λιγότερο προοδευτική, καθώς η φορολόγηση της κατανάλωσης επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, που διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε βασικές ανάγκες.

Στον ενεργειακό τομέα, η Κομισιόν επισημαίνει ότι η υφιστάμενη φορολογική διάρθρωση δεν ευθυγραμμίζεται πάντα με τους στόχους της πράσινης μετάβασης. Οι φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις διευρύνουν τη διαφορά κόστους μεταξύ ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, ενώ η χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση στο πετρέλαιο κίνησης σε σχέση με τη βενζίνη κινείται αντίθετα προς τον στόχο περιορισμού καυσίμων με υψηλότερες εκπομπές ρύπων.

φορολόγηση εργασίας SBC Red Line

Η Ελλάδα έχει καταφέρει να κλείσει εντυπωσιακά το κενό ΦΠΑ, αλλά δεν έχει ακόμη «σπάσει» την εξάρτηση του προϋπολογισμού από τη φορολόγηση εργασίας και κατανάλωσης. Η πίεση συγκεντρώνεται στους πιο εύκολους στόχους: μισθωτούς, συνταξιούχους και νοικοκυριά που δεν μπορούν να μετακινηθούν στη σκιώδη οικονομία.

Για τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρομεσαίες, η υψηλή επιβάρυνση μισθών σημαίνει ακριβότερες προσλήψεις, μικρότερο περιθώριο για αυξήσεις και ισχυρό κίνητρο για μερική ή αδήλωτη εργασία. Για τους εργαζόμενους, μεταφράζεται σε καθαρούς μισθούς που δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν το κόστος ζωής, ακόμη κι όταν το μικτό ποσό φαίνεται αξιοπρεπές στα χαρτιά.

Η πραγματική δοκιμασία για την οικονομική πολιτική δεν είναι άλλη μια οριακή μείωση εισφορών, αλλά η αναδιάταξη του φορολογικού μείγματος: λιγότερο βάρος στη δηλωμένη εργασία, πιο διαφανής και ευρεία φορολογική βάση και ευθυγράμμιση της φορολογίας με τους στόχους ανταγωνιστικότητας και πράσινης μετάβασης. Εκεί θα κριθεί αν η ανάπτυξη θα παραμείνει ρηχή ή θα αποκτήσει βάθος και διάρκεια.

Διαβάστε επίσης:
Κομισιόν καταγράφει υψηλή φορολόγηση εργασίας και ΦΠΑ στην Ελλάδα

#φορολόγησηεργασίας #μισθοί #ασφαλιστικέςεισφορές #ΦΠΑ #φοροδιαφυγή #ΟΟΣΑ #ελληνικήοικονομία #δημόσιαέσοδα #έμμεσοιφόροι #πράσινημετάβαση #ενεργειακοίφόροι #κατανάλωση #μισθωτοί #φορολογικόσύστημα #φορολογικάκίνητρα

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.