Η φορολόγηση εργασίας στην Ελλάδα παραμένει από τις υψηλότερες μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Κομισιόν για το 2026. Την ίδια ώρα, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν θεαματική πρόοδο στη μείωση του κενού ΦΠΑ μέσω της ψηφιοποίησης και των ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Η φορολόγηση εργασίας στην Ελλάδα παραμένει από τις υψηλότερες διεθνώς, την ώρα που η Κομισιόν καταγράφει εντυπωσιακή μείωση της φοροδιαφυγής στον ΦΠΑ χάρη στην τεχνολογία. Το βασικό μήνυμα από τις Βρυξέλλες είναι ότι η δηλωμένη εργασία και η κατανάλωση συνεχίζουν να σηκώνουν το κύριο βάρος των εσόδων, με άμεσο αντίκτυπο σε μισθούς, απασχόληση και αγοραστική δύναμη.
Πόσο βαραίνει η φορολόγηση εργασίας μισθωτούς και επιχειρήσεις;
Η έκθεση δείχνει ότι για έναν άγαμο εργαζόμενο με μέσο μισθό η συνολική επιβάρυνση στην Ελλάδα φθάνει το 39,3% του κόστους εργασίας, έναντι 35,1% στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Σε υψηλότερα εισοδήματα ή διαφορετικές οικογενειακές καταστάσεις, το συνολικό βάρος φόρων και εισφορών μπορεί να προσεγγίζει το 44%-45%, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική εξάρτηση του συστήματος από τη μισθωτή απασχόληση.
Η Κομισιόν επισημαίνει ότι αυτή η υψηλή επιβάρυνση περιορίζει τις καθαρές αποδοχές και αυξάνει το κόστος απασχόλησης για τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, λειτουργεί αποτρεπτικά για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και επηρεάζει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε σύγκριση με χώρες όπως η Ιρλανδία που επιλέγουν χαμηλότερη φορολόγηση εργασίας για να προσελκύσουν επενδύσεις.
Πώς διαμορφώνεται το βάρος ΦΠΑ και έμμεσων φόρων;
Η Ελλάδα παραμένει χώρα με υψηλή εξάρτηση από έμμεσους φόρους, με κεντρικό πυλώνα τον ΦΠΑ που διατηρείται στο 24%, έναν από τους υψηλότερους συντελεστές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι αυτή η επιλογή επιβαρύνει δυσανάλογα τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος και περιορίζει την αγοραστική δύναμη, ειδικά σε περιβάλλον ακρίβειας.
Παράλληλα, καταγράφεται σημαντικό «VAT policy gap», δηλαδή απώλειες δυνητικών εσόδων λόγω εξαιρέσεων, μειωμένων συντελεστών και ειδικών καθεστώτων, με την Ελλάδα να βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις στην ΕΕ. Την ίδια στιγμή, το πραγματικό «κενό ΦΠΑ» από τη μη συμμόρφωση έχει μειωθεί στο 9% το 2024 από περίπου 33% το 2013, εξέλιξη που αποδίδεται σε ηλεκτρονικές πληρωμές, υποχρεωτικά POS, διασύνδεση ταμειακών με την ΑΑΔΕ και τη διαβίβαση στοιχείων στο myDATA.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Ο συνδυασμός υψηλής φορολόγησης εργασίας και ισχυρής εξάρτησης από τον ΦΠΑ δημιουργεί πίεση σε μισθωτούς, συνταξιούχους και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίοι παραμένουν ο βασικός τροφοδότης των δημόσιων εσόδων. Η βελτίωση στη φορολογική συμμόρφωση ανοίγει θεωρητικά χώρο για ανακατανομή βαρών, όμως η διατήρηση υψηλών συντελεστών δείχνει ότι η μετατόπιση σε ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο παραμένει ζητούμενο.
Για την αγορά εργασίας, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος περιορίζει τα περιθώρια αυξήσεων και ενισχύει την πίεση προς άτυπες μορφές απασχόλησης ή μερική εργασία. Στην κατανάλωση, ο ΦΠΑ 24% σε συνδυασμό με την ακρίβεια συμπιέζει την εσωτερική ζήτηση, με άμεσες συνέπειες στον κύκλο εργασιών του λιανεμπορίου και των υπηρεσιών.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, τα ευρήματα της Κομισιόν μεταφράζονται σε περιορισμένο καθαρό μισθό και υψηλότερες τελικές τιμές μέσω ΦΠΑ, γεγονός που στενεύει ακόμη περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες, το υψηλό κόστος εργασίας και η βαριά έμμεση φορολογία μειώνουν τα περιθώρια κέρδους και αποθαρρύνουν επενδύσεις και προσλήψεις· η ουσιαστική πρόκληση για την εθνική οικονομία είναι αν η πρόοδος στη μείωση της φοροδιαφυγής θα αξιοποιηθεί για μια σταδιακή ελάφρυνση της δηλωμένης παραγωγικής δραστηριότητας.
Διαβάστε επίσης:
Κομισιόν, φοροδιαφυγή και το ακριβό τίμημα της ψηφιοποίησης
Η Κομισιόν προωθεί εξηλεκτρισμό της ΕΕ με στόχο το 2040






