Ο εξηλεκτρισμός ΕΕ μετατρέπεται σε κεντρικό εργαλείο ενεργειακής πολιτικής, με την Κομισιόν να ετοιμάζει πανευρωπαϊκό στόχο έως το 2040. Η έμφαση σε μεταφορές, κτίρια και βιομηχανία συνδέει πλέον την κλιματική στρατηγική με την ασφάλεια εφοδιασμού και το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ο εξηλεκτρισμός ΕΕ περνά από το επίπεδο της γενικής κατεύθυνσης σε συγκεκριμένο στόχο, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να θεσπίσει πανευρωπαϊκό δείκτη για το 2040. Στόχος είναι η μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, μετά από δύο μεγάλα ενεργειακά σοκ σε πέντε χρόνια που κόστισαν δεκάδες δισ. ευρώ στην Ένωση.
Πώς αλλάζει η στρατηγική με τον εξηλεκτρισμό ΕΕ;
Η Επιτροπή παρουσιάζει τον εξηλεκτρισμό ως ζήτημα «κυριαρχίας, ανταγωνιστικότητας και ενεργειακής ασφάλειας», όχι μόνο ως κλιματική επιλογή. Ο νέος στόχος θα αποτυπώνει ποιο ποσοστό της τελικής κατανάλωσης ενέργειας θα καλύπτεται από ηλεκτρισμό έως το 2040 και θα ενταχθεί στο πακέτο για την Ενεργειακή Ένωση μετά το 2030.
Παρά την έκρηξη των ανανεώσιμων, η ηλεκτρική ενέργεια παραμένει μόλις στο 23% της τελικής κατανάλωσης στην ΕΕ, επίπεδο σχεδόν αμετάβλητο από τη δεκαετία του 1990. Την ίδια στιγμή, ανταγωνιστές όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα έχουν ήδη ξεπεράσει ποσοστά εξηλεκτρισμού άνω του 30%, ενισχύοντας την ανησυχία για την ευρωπαϊκή υστέρηση.
Ποιο είναι το οικονομικό και ενεργειακό διακύβευμα;
Η Επιτροπή εκτιμά ότι ταχύτερος εξηλεκτρισμός μπορεί να αντικαταστήσει περίπου τα δύο τρίτα της σημερινής κατανάλωσης φυσικού αερίου και να μειώσει την κατανάλωση πετρελαίου κατά το ήμισυ έως το 2040. Αυτό θα μπορούσε να περιορίσει το κόστος εισαγωγών ορυκτών καυσίμων κατά περίπου 200 δισ. ευρώ, μειώνοντας την έκθεση στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών.
Η πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή, διάρκειας 111 ημερών, ανάγκασε την ΕΕ να δαπανήσει επιπλέον 50 δισ. ευρώ για εισαγωγές καυσίμων, μετά το σοκ του φυσικού αερίου που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Οι Βρυξέλλες επιχειρούν πλέον να μετατρέψουν την αυξημένη παραγωγή ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας σε πραγματική υποκατάσταση πετρελαίου και αερίου σε μεταφορές, κτίρια και βιομηχανία.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Κεντρικό εμπόδιο παραμένει η τιμή: στην πλειονότητα των χωρών της ΕΕ η ηλεκτρική ενέργεια είναι σημαντικά ακριβότερη από το φυσικό αέριο, με εξαίρεση χώρες όπως η Φινλανδία και η Σουηδία. Η Επιτροπή θέτει ως στόχο έως το 2030 η τιμή του ρεύματος να μην υπερβαίνει 2,5 φορές την τιμή του αερίου για τα νοικοκυριά και 2 φορές για τη βιομηχανία, ώστε αντλίες θερμότητας και ηλεκτρικές διεργασίες να γίνουν οικονομικά ελκυστικές.
Τα κτίρια, που ευθύνονται για περίπου το μισό της κατανάλωσης φυσικού αερίου στην ΕΕ, βρίσκονται στο επίκεντρο, με σχέδιο διπλασιασμού του ρυθμού εγκατάστασης αντλιών θερμότητας μεταξύ 2025 και 2030. Παράλληλα, η στόχευση σε 200 GW αποθηκευτικής ισχύος έως το 2030, από περίπου 115 GW σήμερα, και η αξιοποίηση εσόδων από το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών για τη βιομηχανία, στοχεύουν σε πιο σταθερές τιμές ρεύματος και μικρότερη ανάγκη για δαπανηρά μέτρα στήριξης σε μελλοντικές κρίσεις.
Σχόλιο
: Η μετατόπιση της ευρωπαϊκής πολιτικής από τη μονοδιάστατη στόχευση στις εκπομπές προς τον συστηματικό εξηλεκτρισμό της οικονομίας σηματοδοτεί μια πιο «οικονομική» προσέγγιση της ενεργειακής μετάβασης. Για τον πολίτη και την επιχείρηση, το πραγματικό κριτήριο επιτυχίας θα είναι αν οι επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση, αντλίες θερμότητας και ηλεκτρικές τεχνολογίες μεταφραστούν σε σταθερότερους λογαριασμούς ρεύματος και μικρότερη έκθεση στις διεθνείς κρίσεις καυσίμων, χωρίς να μεταφερθεί δυσανάλογο κόστος στην κατανάλωση.
Διαβάστε επίσης:
Κυβέρνηση σε επιφυλακή για φυσικό αέριο και τιμές ρεύματος
Πολωνία: Η ιστορική ρήξη με Ουκρανία απειλεί την στρατιωτική στήριξη
#ΕυρωπαϊκήΈνωση #Κομισιόν #Ηλεκτρικήενέργεια #Φυσικόαέριο #Ανανεώσιμεςπηγές






