Οι εξαγωγές φέτας και ελαιολάδου ξεπέρασαν το 2025 τα 2,1 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο τους ως βασικών πυλώνων της αγροτικής οικονομίας. Η επικαιροποίηση του Ελαιοκομικού Μητρώου φιλοδοξεί να μετατρέψει ένα διοικητικό εργαλείο σε μοχλό καλύτερης οργάνωσης της παραγωγής και ενίσχυσης της προστιθέμενης αξίας.
Οι εξαγωγές φέτας και ελαιολάδου ξεπέρασαν το 2025 τα 2,1 δισ. ευρώ, αναδεικνύοντας δύο παραδοσιακά προϊόντα σε αιχμή του δόρατος για το αγροτικό ισοζύγιο και τις τοπικές οικονομίες. Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται εκατοντάδες χιλιάδες παραγωγοί και μεταποιητικές επιχειρήσεις, αλλά και μια προσπάθεια του κράτους να θωρακίσει την ιχνηλασιμότητα, ειδικά στον κλάδο της ελαιοκομίας.
Πώς διαμορφώνεται η εικόνα στις εξαγωγές φέτας και ελαιολάδου;
Η φέτα παραμένει ο ισχυρός κρίκος της αιγοπροβατοτροφίας, με παραγωγή περίπου 152.700 τόνων το 2025 και μερίδιο 64% στην καταγεγραμμένη παραγωγή τυριών. Περίπου 105.000 τόνοι, δηλαδή το 69% της παραγωγής, κατευθύνθηκαν στο εξωτερικό με αξία 835 εκατ. €, καλύπτοντας το 9% των συνολικών εξαγωγών τροφίμων.
Στο ελαιόλαδο, οι εξαγωγές ανήλθαν σε 1,31 δισ. €, αντιστοιχώντας στο 12,4% των εξαγωγών τροφίμων και στηρίζοντας περί τους 700.000 παραγωγούς. Με μέσο όρο τριετίας 2022-2025, η Ελλάδα καταλαμβάνει την τέταρτη θέση παγκοσμίως, ενώ για την περίοδο 2025-2026 η παραγωγή εκτιμάται σε 235.000 τόνους και οι εξαγωγές σε 139.000 τόνους.
Ποιο είναι το θεσμικό πλαίσιο για φέτα και ελαιόλαδο;
Η φέτα ΠΟΠ κατέχει κεντρική θέση ανάμεσα στις 25 καταχωρισμένες ελληνικές ονομασίες τυριών, εκ των οποίων 23 είναι ΠΟΠ και 2 ΠΓΕ, διασφαλίζοντας δεσμούς με τον τόπο παραγωγής και σταθερή ποιότητα. Στη φέτα κατευθύνεται το 75% του πρόβειου και το 41% του γίδινου γάλακτος, δηλαδή συνολικά το 69% της εγχώριας παραγωγής αιγοπρόβειου γάλακτος, στοιχείο που συνδέει άμεσα την προστασία της με το εισόδημα των κτηνοτρόφων.
Στο ελαιόλαδο, ο επίσημος κατάλογος περιλαμβάνει 33 καταχωρισμένες ονομασίες, 20 ΠΟΠ και 13 ΠΓΕ, αποτυπώνοντας τον πλούτο ποικιλιών και περιοχών. Η πολιτική στόχευση, όπως περιγράφεται, είναι η αύξηση του μεριδίου τυποποιημένου και επώνυμου ελαιολάδου, ώστε μεγαλύτερο μέρος της τελικής αξίας να παραμένει στην ελληνική παραγωγή και στη μεταποίηση.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Η ισχυρή επίδοση στις εξαγωγές φέτας και ελαιολάδου ενισχύει το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο, αυξάνει τη ροή συναλλάγματος και στηρίζει την απασχόληση στην περιφέρεια. Η επικαιροποίηση του Ελαιοκομικού Μητρώου, με υποχρεωτικές δηλώσεις συγκομιδής από την περίοδο 2026-2027 και διασύνδεση με ΑΑΔΕ και ΟΣΔΕ, στοχεύει σε αξιόπιστα δεδομένα και καλύτερους ελέγχους χωρίς πρόσθετη γραφειοκρατία.
Για τον Έλληνα καταναλωτή, η ενίσχυση της ιχνηλασιμότητας και της τυποποίησης μπορεί να σημαίνει σταθερότερη ποιότητα και πιο διαφανείς τιμές, σε μια αγορά όπου η διεθνής ζήτηση επηρεάζει άμεσα τα ράφια. Για τις επιχειρήσεις, η στροφή σε επώνυμο, εξαγώγιμο προϊόν και η ψηφιακή διαλειτουργικότητα των συστημάτων δημιουργούν κίνητρο για επενδύσεις σε τυποποίηση, branding και συμμόρφωση, με στόχο μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία εντός χώρας.
Σχόλιο
: Η φέτα και το ελαιόλαδο λειτουργούν πλέον ως «βαριά βιομηχανία» της ελληνικής υπαίθρου, αλλά το επόμενο βήμα κρίνεται στην τυποποίηση, την επωνυμία και τα αξιόπιστα δεδομένα. Αν το Ελαιοκομικό Μητρώο εξελιχθεί σε πραγματικό εργαλείο και όχι σε επιπλέον βάρος, οι εξαγωγικές επιδόσεις μπορούν να μεταφραστούν σε σταθερότερο εισόδημα παραγωγών, καλύτερες συνθήκες για μεταποίηση και πιο ανθεκτική αγροδιατροφική αλυσίδα για την εθνική οικονομία.
#φέτα #ελαιόλαδο #εξαγωγές #αγροτικήοικονομία #ΕλαιοκομικόΜητρώο






