Η ρευστότητα στις τράπεζες μετατρέπεται σε κεντρικό πολιτικό και οικονομικό διακύβευμα, όπως περιγράφει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης. Το υγιές πλέον τραπεζικό σύστημα καλείται να αποδείξει αν μπορεί να μεταφράσει τα κέρδη του σε πραγματική ανάπτυξη και επανένταξη των αποκλεισμένων δανειοληπτών.
Η ρευστότητα στις τράπεζες αναδεικνύεται, σύμφωνα με τον Κυριάκο Πιερρακάκη, σε σπάνιο πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και σε δοκιμασία αξιοπιστίας για το τραπεζικό σύστημα. Μετά από δεκαπέντε χρόνια κρίσεων, ο υπουργός περιγράφει τις τράπεζες ως «κεφαλαιακά ισχυρές, με ρευστότητα, με κερδοφορία» και μεταφέρει το βάρος από τη διάσωση στην ευθύνη για χρηματοδότηση της ανάπτυξης.
Πώς μπορεί η ρευστότητα στις τράπεζες να γίνει πραγματική ανάπτυξη;
Ο Πιερρακάκης θέτει ευθέως το ζήτημα της αξιοποίησης των καταθέσεων, σημειώνοντας ότι «για κάθε εκατό ευρώ καταθέσεων, οι ελληνικές τράπεζες δανείζουν σήμερα περίπου εβδομήντα». Σε σύγκριση με την υπόλοιπη ευρωζώνη, όπου ο λόγος πλησιάζει τα εκατό, αυτό παρουσιάζεται όχι ως υστέρηση αλλά ως «μέτρο της ευκαιρίας» για περισσότερη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Η πολιτική γραμμή είναι σαφής: η κερδοφορία των τραπεζών και ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας «θα πηγαίνουν μαζί» και «το ένα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς το άλλο». Ο υπουργός καλεί τις τράπεζες «να χρηματοδοτήσουν την οικονομία που μπορεί να υπάρξει» και όχι απλώς να προσαρμοστούν σε μια στάσιμη πραγματικότητα, μετατρέποντας τη ρευστότητα σε επενδύσεις και όχι σε αδρανή ισολογιστικά μεγέθη.
Ποιο είναι το θεσμικό πλαίσιο για ιδιωτικό χρέος και κοινωνική επανένταξη;
Κεντρικό στοιχείο της παρέμβασης είναι οι εκατομμύρια οφειλέτες που βρίσκονται σήμερα στους servicers και «στην πράξη, εκτός οικονομικής δραστηριότητας». Ο Πιερρακάκης περιγράφει μια «οικονομία σε αναστολή», με ανθρώπους που δεν μπορούν να δανειστούν, ακίνητα που δεν αξιοποιούνται και μικρές επιχειρήσεις που δεν επανεκκινούν, και ζητά συνολικές λύσεις με τρεις πυλώνες: κράτος, τράπεζες, servicers.
Η κυβέρνηση προβάλλει ως απάντηση τη διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού, με μείωση του ορίου ένταξης στις 5.000 € και ενίσχυση της προστασίας της κύριας κατοικίας, μετατρέποντάς τον σε «εργαλείο προστασίας της πρώτης κατοικίας». Παράλληλα, αυξάνεται το ακατάσχετο όριο καταθέσεων στα 1.600 €, θεσπίζεται δυνατότητα άρσης κατασχέσεων για συνεπείς ρυθμίσεις, ενεργοποιείται ρύθμιση 72 δόσεων για παλαιές οφειλές και επεκτείνεται αναδρομικά η ρύθμιση για περισσότερους από 100.000 δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη.
Τι σημαίνει για εσάς ως πολίτης
Για τον πολίτη, το νέο πλαίσιο σημαίνει ότι η πρόσβαση σε ρύθμιση οφειλών γίνεται ευκολότερη, με χαμηλότερο όριο ένταξης και πιο ισχυρή θεσμική προστασία της πρώτης κατοικίας μέσω του εξωδικαστικού. Η αύξηση του ακατάσχετου στα 1.600 € και η δυνατότητα άρσης κατασχέσεων για όσους τηρούν τις ρυθμίσεις μειώνουν τον κίνδυνο πλήρους οικονομικού αποκλεισμού και δημιουργούν κίνητρο για συμμόρφωση.
Για τις μικρές επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες, η κυβερνητική στόχευση είναι να υπάρξει «διαδρομή επιστροφής στο τραπεζικό σύστημα» για όσους ρυθμίζουν και εξυπηρετούν τα δάνειά τους, με πρόσβαση σε αναχρηματοδότηση και «δεύτερη ευκαιρία με όρους αγοράς». Την ίδια ώρα, ο υπουργός θέτει ως κριτήριο αξιοπιστίας των τραπεζών την καθημερινότητα: προμήθειες, απόδοση καταθέσεων μικροκαταθετών και εξυπηρέτηση σε περιοχές όπου τα καταστήματα έχουν κλείσει.
Σχόλιο
: Η τοποθέτηση Πιερρακάκη μετατοπίζει θεσμικά την ευθύνη από το αφήγημα «αδύναμες τράπεζες» στο ερώτημα αν ένα κερδοφόρο, ρευστό τραπεζικό σύστημα θα αναλάβει τον ρόλο του ως καταλύτης ανάπτυξης και συμπερίληψης. Η επόμενη περίοδος θα κριθεί όχι στις εξαγγελίες, αλλά στο αν η ρευστότητα θα φτάσει σε δανειολήπτες, μικρές επιχειρήσεις και γειτονιές που σήμερα παραμένουν εκτός του τραπεζικού χάρτη.
Διαβάστε επίσης:
ΕΕΤ: Οι ελληνικές τράπεζες γυρίζουν σελίδα με ισχυρή κερδοφορία
Πιερρακάκης ζητά από τράπεζες να μετατρέψουν ρευστότητα σε ανάπτυξη
#ΚυριάκοςΠιερρακάκης #Ελληνικέςτράπεζες #Ιδιωτικόχρέος #Εξωδικαστικόςμηχανισμός #Servicers






