Τα τρόφιμα και ποτά ανεβάζουν το μερίδιό τους στο 15% των ελληνικών εξαγωγών το 2025, καταγράφοντας ρεκόρ δεκαετίας. Πίσω από την επιτυχία όμως, το εμπορικό ισοζύγιο του κλάδου παραμένει ελλειμματικό και αναδεικνύει δομικές αδυναμίες στην παραγωγική βάση της χώρας.
Τα τρόφιμα και ποτά ανεβάζουν το μερίδιό τους στο 15% των ελληνικών εξαγωγών το 2025, καταγράφοντας ρεκόρ δεκαετίας σε έναν κλάδο που στηρίζεται ολοένα περισσότερο στις διεθνείς αγορές. Την ίδια στιγμή όμως, το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει ελλειμματικό κατά 1,8 δισ. €, καθώς οι εισαγωγές τρέχουν ταχύτερα από τις εξαγωγές.
Πού κερδίζουν έδαφος οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων και ποτών;
Η αξία των εξαγωγών μεταποιημένων τροφίμων και ποτών αυξήθηκε κατά 6,7% σε σχέση με το 2024 και διαμορφώθηκε στα 7,4 δισ. €. Ο δείκτης εξωστρέφειας του κλάδου ενισχύθηκε στο 44%, επιβεβαιώνοντας ότι μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας παραγωγής κατευθύνεται πλέον στο εξωτερικό.
Κορυφαίος αποδέκτης των ελληνικών προϊόντων αναδείχθηκε η Ιταλία, με μερίδιο 17% στις εξαγωγές τροφίμων και ποτών. Ακολουθούν η Γερμανία με 13% και στη συνέχεια ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο με 8%, ενώ η Κύπρος κατέχει το 5%, δείχνοντας ισχυρή παρουσία τόσο σε ευρωπαϊκές όσο και σε υπερατλαντικές αγορές.
Ποια προϊόντα είναι «πρωταθλητές» και πού ανοίγουν «μαύρες τρύπες»;
Τα επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά αποτελούν τον μεγάλο «πρωταθλητή», με πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο 1,2 δισ. € την περίοδο 2019-2025 και συμμετοχή 27,6% στην αξία των εξαγωγών του κλάδου. Σημαντικό πλεόνασμα εμφανίζουν και τα φυτικά και ζωικά λίπη και έλαια με 484 εκατ. €, ενώ τα προϊόντα αρτοποιΐας καταγράφουν πλεόνασμα 82 εκατ. €.
Στον αντίποδα, το κρέας αποτελεί τη μεγαλύτερη «μαύρη τρύπα», με το έλλειμμα να αυξάνεται στα 1,8 δισ. € το 2025 από 1,6 δισ. € το 2024. Ελλειμματικό παραμένει και το ισοζύγιο στα ψάρια, με σταθερό έλλειμμα 475 εκατ. €, ενώ στα αλευρώδη το έλλειμμα περιορίζεται στο 17%, χωρίς ωστόσο να αντιστρέφεται πλήρως η εικόνα εξάρτησης από εισαγωγές.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Η ενίσχυση των εξαγωγών τροφίμων και ποτών στο 15% του συνόλου δείχνει ότι ο κλάδος μπορεί να λειτουργήσει ως σταθερός πυλώνας εξωστρέφειας, με προοπτική για νέες επενδύσεις και απασχόληση σε μεταποίηση και αγροδιατροφή. Ωστόσο, η άνοδος της εισαγωγικής διείσδυσης στο 49% και το αυξανόμενο έλλειμμα φανερώνουν ότι η εγχώρια παραγωγή δεν καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες της κατανάλωσης, ειδικά σε κρέας και γαλακτοκομικά.
Για τον Έλληνα καταναλωτή, η εξάρτηση από εισαγόμενα βασικά προϊόντα σημαίνει ότι οι τιμές επηρεάζονται έντονα από τις διεθνείς διακυμάνσεις κόστους και τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τις επιχειρήσεις, τα πλεονάσματα σε φρούτα, λαχανικά, έλαια και αρτοποιία δημιουργούν περιθώρια για ισχυρότερα σήματα ποιότητας και επέκταση σε νέες αγορές, ενώ τα ελλείμματα σε κρέας και ψάρια θέτουν επιτακτικά το ζήτημα επενδύσεων στην πρωτογενή παραγωγή και στην καθετοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η εικόνα είναι διπλή: ο κλάδος τροφίμων και ποτών εξελίσσεται σε εξαγωγικό «μοχλό», αλλά το εμπορικό έλλειμμα δείχνει ότι μεγάλο μέρος της προστιθέμενης αξίας διαρρέει στο εξωτερικό. Η στρατηγική πρόκληση είναι σαφής: αναβάθμιση της παραγωγής σε κλάδους με έλλειμμα, ενίσχυση της μεταποίησης και καλύτερη στόχευση στις αγορές όπου τα ελληνικά προϊόντα έχουν ήδη αποδείξει ότι μπορούν να πρωταγωνιστήσουν.






