Η ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία παραμένει περισσότερο στρατηγικός στόχος παρά πραγματικότητα, με τα κράτη-μέλη να συνεχίζουν να βασίζονται σε κρίσιμα οπλικά συστήματα των ΗΠΑ. Η επιτάχυνση εξοπλιστικών προγραμμάτων και διαστημικών υποδομών δείχνει αλλαγή πορείας, αλλά ο χρονικός ορίζοντας μετατίθεται βαθιά στη δεκαετία του 2030.
Η ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία αναδεικνύεται σε κεντρικό διακύβευμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε με ωμό τρόπο το βάθος της εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από τα αντιαεροπορικά Patriot μέχρι τους πυραύλους Tomahawk και τις δορυφορικές επικοινωνίες τύπου Starlink, η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηρίζεται ακόμη σε αμερικανικές πλατφόρμες.
Πόσο μακριά βρίσκεται η ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία;
Στον τομέα της αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας, η Ευρώπη επιχειρεί να δημιουργήσει εναλλακτικές λύσεις απέναντι στους Patriot, χωρίς όμως άμεσο υποκατάστατο. Το γαλλοϊταλικό σύστημα SAMP/T NG και το γερμανικό IRIS-T καλύπτουν τμήμα του φάσματος απειλών, αλλά η πλήρης επιχειρησιακή ωρίμανση μετατίθεται μετά το 2027-2029, αφήνοντας ένα μεταβατικό κενό.
Παράλληλα, η συνεργασία αμερικανικών και ευρωπαϊκών βιομηχανιών, όπως η συμπαραγωγή πυραύλων ATACMS στη Γερμανία, δείχνει ότι η επιδίωξη αυτονομίας δεν σημαίνει ρήξη με την Ουάσιγκτον αλλά αναδιάταξη ρόλων. Η στρατηγική της ΕΕ στοχεύει σε αύξηση της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας και των αποθεμάτων, ώστε σε μια κρίση να μην εξαρτάται από πολιτικές αποφάσεις τρίτων.
Μπορεί η Ευρώπη να καλύψει το κενό σε πλήγματα και διαστημικές υποδομές;
Στα όπλα μακρού πλήγματος, η Ευρώπη παραμένει ένα βήμα πίσω, με χώρες όπως η Γερμανία να στρέφονται στους Tomahawk για να κλείσουν άμεσα κρίσιμα επιχειρησιακά κενά. Η πρωτοβουλία European Long-Range Strike Approach επιδιώκει να αναπτύξει ευρωπαϊκούς πυραύλους και drones με βεληνεκές έως 2.000 χιλιόμετρα, όμως ο χρονικός ορίζοντας υλοποίησης τοποθετείται στη δεκαετία του 2030.
Αντίστοιχα, στο πεδίο της «ψηφιακής μάχης», η ΕΕ αναγνωρίζει ότι χωρίς αυτόνομο δίκτυο δορυφόρων, αισθητήρων και drones, η όποια αμυντική αυτονομία παραμένει θεωρητική. Προγράμματα όπως το DECODER για drones και αντι-drone τεχνολογίες και το δορυφορικό σύστημα IRIS², προϋπολογισμού άνω των 10 δισ. €, φιλοδοξούν να υποκαταστήσουν σταδιακά υπηρεσίες όπως το Starlink σε κρίσιμες στρατιωτικές και κυβερνητικές επικοινωνίες.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η μετατόπιση προς μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία ανοίγει ταυτόχρονα ευκαιρίες και υποχρεώσεις. Από τη μία πλευρά, η συμμετοχή σε κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα μπορεί να μειώσει το κόστος προμήθειας κρίσιμων συστημάτων και να ενισχύσει την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, ιδίως σε τομείς όπως τα drones, τα ηλεκτρονικά και τα συστήματα διοίκησης.
Από την άλλη, η χώρα θα κληθεί να επανακαθορίσει την ισορροπία μεταξύ των διμερών σχέσεων με τις ΗΠΑ και της εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής αμυντικής ολοκλήρωσης, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένων εντάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ευθυγράμμιση με τα νέα ευρωπαϊκά πρότυπα διαλειτουργικότητας και οι πιθανές κοινές προμήθειες σημαίνουν ότι οι ελληνικές επιλογές εξοπλισμών θα αξιολογούνται πλέον όχι μόνο με εθνικά, αλλά και με ευρωπαϊκά κριτήρια κόστους-αποτελεσματικότητας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η ευρωπαϊκή στροφή σε κοινές αμυντικές επενδύσεις συνιστά έναν αναδυόμενο βραχίονα βιομηχανικής πολιτικής, με δυνατότητα προσέλκυσης κεφαλαίων, τεχνολογίας και θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Το ζητούμενο είναι η Ελλάδα να περάσει από τον ρόλο του απλού αγοραστή στον ρόλο του αξιόπιστου συμπαραγωγού, αξιοποιώντας στοχευμένα τα ευρωπαϊκά ταμεία άμυνας και συνδέοντας τα εξοπλιστικά προγράμματα με την εγχώρια παραγωγική βάση.
Διαβάστε επίσης:
Το μέλλον του χρήματος δεν είναι ψηφιακό – είναι γεωπολιτικό
Ελλάδα, ΝΑΤΟ και άμυνα: Πού βρισκόμαστε στην κούρσα δαπανών






