Η Citigroup υποβαθμίζει για πρώτη φορά μετά από έναν χρόνο τη στάση της απέναντι στις ευρωπαϊκές μετοχές σε «ουδέτερη», επικαλούμενη την κλιμάκωση των εμπορικών απειλών του Ντόναλντ Τραμπ προς την ΕΕ με επίκεντρο τη Γροιλανδία. Οι αυξημένοι δασμοί και η γεωπολιτική αβεβαιότητα δημιουργούν νέα εμπόδια για την κερδοφορία των διεθνώς εκτεθειμένων ευρωπαϊκών κλάδων και ωθούν τη Citi σε αναδιάρθρωση της παγκόσμιας στρατηγικής της.
Η Citigroup σημαίνει καμπανάκι για την ευρωπαϊκή αγορά μετοχών, αναθεωρώντας προς τα κάτω τη στάση της από «θετική» σε «ουδέτερη» μετά τις τελευταίες απειλές του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για νέους δασμούς σε χώρες της ΕΕ, στο πλαίσιο της προσπάθειας απόκτησης επιρροής στη Γροιλανδία. Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια συγκυρία όπου οι ευρωπαϊκοί δείκτες υποχώρησαν περίπου 1% και οι κλάδοι με μεγάλη διεθνή έκθεση –αυτοκινητοβιομηχανία, καταναλωτικά αγαθά, τεχνολογία– υπεραπέδωσαν αρνητικά.
Πλήγμα στις προσδοκίες κερδών και ρόλος ισοτιμιών
Σύμφωνα με τη Citi, οι νέοι δασμοί υπονομεύουν τη βραχυπρόθεσμη επενδυτική προοπτική των ευρωπαϊκών μετοχών, αμφισβητώντας την προσδοκία για ευρεία αύξηση κερδών ανά μετοχή (EPS). Προηγούμενες εκτιμήσεις της τράπεζας έδειχναν ότι ένας δασμός 10% στα ευρωπαϊκά προϊόντα μπορεί να κόψει 2–3 ποσοστιαίες μονάδες από την αύξηση των EPS. Πριν το τελευταίο επεισόδιο, η Citi προέβλεπε άνοδο κερδών 10%, όμως τα μοντέλα της ήδη έδειχναν πιο μετριοπαθή αύξηση, περίπου 8%, με τους κινδύνους πλέον να γέρνουν καθαρά προς τα κάτω.
Η τράπεζα υπενθυμίζει ότι το 2025 η Ευρώπη είχε τις μεγαλύτερες υποβαθμίσεις κερδών μεταξύ των κύριων περιοχών, με τις αρχικές προβλέψεις για άνοδο περίπου 10% να μηδενίζονται. Περίπου οι μισές από αυτές τις υποβαθμίσεις αποδίδονται στους δασμούς, ενώ το υπόλοιπο βάρος προήλθε από την ενίσχυση του ευρώ. Κάθε άνοδος 10% στην ισοτιμία ευρώ/δολαρίου συνδέεται με πτώση περίπου 2% των ευρωπαϊκών EPS, με το ενιαίο νόμισμα να έχει ενισχυθεί συνολικά κατά 13% πέρυσι.
Αλλαγή στάσης: Ευρώπη σε «ουδέτερη», Ιαπωνία σε «overweight»
Η Citigroup σημειώνει ότι η μέχρι τώρα «bullish» θέση της για την Ευρώπη στηριζόταν στη σταδιακή άρση των αντίθετων ανέμων από δασμούς και συναλλαγματικές ισοτιμίες και στην αναμενόμενη ανάκαμψη κερδών σε κλάδους όπως αυτοκίνητα, βασικοί πόροι και είδη πολυτελείας. Η κλιμάκωση όμως των εμπορικών εντάσεων με τις ΗΠΑ καθιστά ξανά δύσκολη τη βελτίωση των EPS, ειδικά για τις εταιρείες με υψηλή διεθνή έκθεση.
Γι’ αυτό, στην παγκόσμια κατανομή της, η Citi υποβαθμίζει την Ευρώπη σε «ουδέτερη» για πρώτη φορά μετά από πάνω από έναν χρόνο, παρά το γεγονός ότι οι στόχοι της εξακολουθούν να υποδεικνύουν περιθώρια ανόδου για τον δείκτη Stoxx 600 έως το τέλος του 2026. Την ίδια στιγμή, αναβαθμίζει την Ιαπωνία σε «overweight», επικαλούμενη δομικούς θετικούς παράγοντες, όπως η επάνοδος του πληθωρισμού και οι βελτιωμένες προοπτικές κερδοφορίας.
Κλαδικές ανακατατάξεις και επενδυτική στρατηγική
Σε επίπεδο κλάδων, η στρατηγική της Citi διατηρεί κυκλική κλίση, αλλά με σαφή στροφή από τους πιο διεθνοποιημένους τομείς. Υποβαθμίζει σε «underweight» τα αυτοκίνητα, τα χημικά και τα ταξίδια & αναψυχή, όπου η ορατότητα για τα κέρδη έχει επιδεινωθεί. Αντιθέτως, αναβαθμίζει την ενέργεια σε «ουδέτερη», τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας επίσης σε «ουδέτερη» και την προσωπική φροντίδα σε «overweight», αυξάνοντας έτσι την έκθεση σε πιο αμυντικές επιλογές.
Η τράπεζα διατηρεί overweight στάση στις ευρωπαϊκές τράπεζες, τις βιομηχανίες και τους βασικούς πόρους, που ωφελούνται από τις αυξημένες δημοσιονομικές δαπάνες για υποδομές και άμυνα, καθώς και σε εταιρείες που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Παρά το ενδεχόμενο αποκλιμάκωσης των διατλαντικών εντάσεων –είτε μέσω πολιτικού συμβιβασμού για τη Γροιλανδία είτε μέσω δικαστικών αποφάσεων που θα περιορίσουν τη δυνατότητα του Τραμπ να επιβάλλει δασμούς– η Citi θεωρεί ότι μακροπρόθεσμα ενισχύεται η ανάγκη γεωγραφικής διαφοροποίησης στα χαρτοφυλάκια.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υποβάθμιση της Ευρώπης από τη Citigroup δεν είναι απλώς τεχνική προσαρμογή, αλλά σαφές μήνυμα ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα –και ειδικά η απρόβλεπτη εμπορική πολιτική των ΗΠΑ– μετατρέπεται σε δομικό επενδυτικό κίνδυνο. Για τους Ευρωπαίους διαχειριστές κεφαλαίων, το στοίχημα δεν είναι μόνο η επιλογή κλάδων, αλλά και η ικανότητα να θωρακίσουν τα χαρτοφυλάκια απέναντι σε πολιτικές αποφάσεις που μπορούν, σε ένα Σαββατοκύριακο, να σβήσουν μήνες κερδών.






