Η αμερικανική Nuveen εξαγοράζει τη βρετανική Schroders έναντι 9,9 δισ. λιρών (13,5 δισ. δολαρίων), βάζοντας τέλος σε μια 222ετή ανεξάρτητη πορεία και δημιουργώντας έναν γίγαντα διαχείρισης κεφαλαίων με 2,5 τρισ. δολάρια υπό διαχείριση. Η συμφωνία αναδεικνύει την πίεση συγκέντρωσης στον ευρωπαϊκό κλάδο asset management και την ελκυστικότητα των υποτιμημένων βρετανικών μετοχών.
Σε μία από τις μεγαλύτερες συμφωνίες στον ευρωπαϊκό κλάδο διαχείρισης κεφαλαίων, η αμερικανική Nuveen αποκτά τη βρετανική Schroders έναντι 9,9 δισ. λιρών, δηλαδή περίπου 13,5 δισ. δολαρίων. Με την ολοκλήρωση της εξαγοράς, οι δύο εταιρείες θα διαχειρίζονται συνολικά assets ύψους 2,5 τρισ. δολαρίων, δημιουργώντας έναν νέο υπερ-όμιλο στη διεθνή αγορά asset management και τερματίζοντας την ανεξάρτητη πορεία ενός ιστορικού λονδρέζικου οίκου 222 ετών.
Τέλος εποχής για έναν ιστορικό βρετανικό διαχειριστή
Η Schroders, που αναπτύχθηκε δυναμικά τον 19ο αιώνα και εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο αυτόνομο διαχειριστή κεφαλαίων της Βρετανίας, περνά πλέον στον έλεγχο της Nuveen. Η μετοχή της αντέδρασε εκρηκτικά στη συμφωνία, κλείνοντας με άνοδο 29% στο Λονδίνο. Όπως ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος της Nuveen, Μπιλ Χάφμαν, στο Reuters, «αυτό είναι ένα τεράστιο βήμα μετασχηματισμού και για τις δύο εταιρείες», υπογραμμίζοντας ότι η κίνηση δίνει στη Nuveen πραγματικά παγκόσμιο αποτύπωμα και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για περαιτέρω κινήσεις εξαγορών και ανάπτυξης.
Η ιδρυτική οικογένεια της Schroders, η οποία εξακολουθούσε να διατηρεί δύο έδρες στο διοικητικό συμβούλιο, θα πουλήσει το 41% που κατέχει στο πλαίσιο της συναλλαγής, όπως εξήγησε ο CEO της Schroders, Ρίτσαρντ Όλντφιλντ. Παρά την ιστορικότητά της, η μετοχή της εταιρείας είχε υποχωρήσει περίπου 30% την τελευταία πενταετία, ανακτώντας μόνο μέρος του χαμένου εδάφους υπό τη σημερινή διοίκηση.
Συγκέντρωση δυνάμεων στον ευρωπαϊκό asset management
Η συμφωνία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα συγκέντρωσης στον κλάδο διαχείρισης κεφαλαίων, καθώς οι μεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκοί διαχειριστές, όπως η Schroders, δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τους αμερικανικούς κολοσσούς BlackRock και Vanguard. Οι τελευταίοι κυριαρχούν στην αγορά παθητικών προϊόντων, προσφέροντας φθηνά index-trackers και άλλα επενδυτικά οχήματα, πιέζοντας περιθώρια κέρδους και δομές κόστους των παραδοσιακών active managers.
Τραπεζίτες και αναλυτές επισημαίνουν ότι και άλλοι παίκτες μεσαίου μεγέθους, όπως η Aberdeen, παραμένουν ευάλωτοι σε επιθετικές κινήσεις μεγαλύτερων ομίλων, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ, όπου η πρόσβαση σε κεφάλαια είναι ευκολότερη. Υπενθυμίζεται ότι η Aberdeen Asset Management και η Standard Life προχώρησαν σε συγχώνευση το 2017, ωστόσο από τότε η μετοχή του σχήματος έχει χάσει περίπου το 50% της αξίας της, δείχνοντας πόσο δύσκολο είναι το περιβάλλον.
Υποτιμημένες βρετανικές μετοχές και αμερικανικό κεφάλαιο
Πέρα από τη στρατηγική διάσταση, η εξαγορά αναδεικνύει και την ελκυστικότητα των βρετανικών εισηγμένων εταιρειών, οι οποίες διαπραγματεύονται με σημαντική έκπτωση σε σχέση με τις ευρωπαϊκές και αμερικανικές αγορές. Αυτό καθιστά τη βρετανική αγορά «πεδίο κυνηγιού» για αμερικανικούς επενδυτικούς ομίλους που αναζητούν ποιοτικά assets σε χαμηλότερες αποτιμήσεις.
Η δημιουργία ενός ομίλου με 2,5 τρισ. δολάρια υπό διαχείριση ενισχύει την τάση δημιουργίας «υπερ-διαχειριστών» κεφαλαίων, με τεράστιες οικονομίες κλίμακας, τεχνολογική ισχύ και γεωγραφική διασπορά. Για την Ευρώπη, η κίνηση αυτή αποτελεί ακόμη ένα καμπανάκι ότι η μάχη για τη διαχείριση του παγκόσμιου πλούτου κερδίζεται ολοένα και περισσότερο από αμερικανικούς παίκτες, με το Λονδίνο να μετατρέπεται σταδιακά από έδρα ανεξάρτητων οίκων σε πεδίο εξαγορών.
Σχόλιο
: Η εξαγορά της Schroders από τη Nuveen δεν είναι απλώς ένα μεγάλο deal, αλλά σύμπτωμα μιας δομικής μετατόπισης: οι ευρωπαϊκοί active managers, πιεσμένοι από κόστη, ρυθμίσεις και την άνοδο των παθητικών προϊόντων, είτε θα αποκτήσουν κλίμακα μέσω συμμαχιών είτε θα περάσουν σε αμερικανικά χέρια. Η Βρετανία, με τις χαμηλές αποτιμήσεις της, κινδυνεύει να χάσει σταδιακά τον έλεγχο ιστορικών χρηματοοικονομικών θεσμών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αυτονομία και το βάθος της City.






