Οι δασμοί Τραμπ αναδιαμορφώνουν βίαια το αμερικανικό εμπορικό ισοζύγιο, με την Κίνα να χάνει ιστορικά μερίδια αγοράς. Νέοι κερδισμένοι αναδεικνύονται ασιακές οικονομίες και το Μεξικό.
Η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη αλλάξει ριζικά τον χάρτη των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού, με την Κίνα να βρίσκεται στο επίκεντρο της ανατροπής. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου, το μερίδιο της Κίνας στις συνολικές εισαγωγές των ΗΠΑ υποχώρησε στο 9% το 2025, από 13,4% το 2024 και περίπου 20% λιγότερο από μια δεκαετία πριν. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό από τις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Δασμοί-σοκ και μετατόπιση αλυσίδων εφοδιασμού
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι «ιστορικοί» δασμοί της κυβέρνησης Τραμπ, μέρος των οποίων ακυρώθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ακόμη και μετά τις εξαιρέσεις και επιμέρους μειώσεις, η Fitch Ratings υπολογίζει ότι ο «αποτελεσματικός» δασμός επί των κινεζικών προϊόντων στις ΗΠΑ έφτασε τον Νοέμβριο στο 30,9%. Για σύγκριση, η αντίστοιχη επιβάρυνση ήταν 19,7% για την Ινδία, 12,7% για το Βιετνάμ, 8,1% για την ΕΕ, 4,2% για το Μεξικό, 3,7% για τον Καναδά και 3,5% για την Ταϊβάν.
Η πίεση αυτή οδήγησε τις αμερικανικές επιχειρήσεις σε επιτάχυνση της στρατηγικής «China+1», με μεταφορά παραγωγής ή προμηθειών σε άλλες ασιατικές χώρες και στο Μεξικό. Οι συνολικές εισαγωγές από την Κίνα μειώθηκαν στα 308 δισ. δολάρια το 2025, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2009 και 42% κάτω από το ιστορικό υψηλό των 539 δισ. δολαρίων το 2018.
Ηλεκτρονικά, τηλέφωνα και υπολογιστές στην πρώτη γραμμή
Τα μεγαλύτερα πλήγματα καταγράφονται σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας. Στα κινητά τηλέφωνα, όπου οι ΗΠΑ έχουν εισαγάγει συνολικά σχεδόν 950 δισ. δολάρια από την Κίνα την τελευταία 25ετία, οι ετήσιες εισαγωγές κορυφώθηκαν στα 72 δισ. δολάρια το 2017, αλλά υποχώρησαν στα 30 δισ. δολάρια το 2025. Το κινεζικό μερίδιο στην αγορά εισαγωγών τηλεφώνων έπεσε από 65% το 2018 σε μόλις 21%.
Το κενό καλύπτουν πλέον Βιετνάμ, Ινδία και Ταϊλάνδη. Το 2025 οι ΗΠΑ εισήγαγαν συνολικά 142 δισ. δολάρια σε τηλέφωνα και συναφή εξοπλισμό, με το Βιετνάμ να κατέχει περίπου 22% του μεριδίου, την Ινδία 17% και την Ταϊλάνδη 13%. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η ινδική επίδοση: οι εισαγωγές τηλεφώνων από την Ινδία σχεδόν τριπλασιάστηκαν σε 25 δισ. δολάρια, με τα smartphones να κατακτούν το 42% των αμερικανικών εισαγωγών smartphones. Ο Τραμπ εξαίρεσε τα smartphones από τον πρόσθετο δασμό 25% που επέβαλε προσωρινά στην Ινδία λόγω αγορών ρωσικού πετρελαίου, διευκολύνοντας αυτή τη μετατόπιση.
Στους υπολογιστές και τα περιφερειακά, η εικόνα είναι ακόμη πιο δραματική. Παρά το ότι εξαιρέθηκαν από τους «ανταποδοτικούς» δασμούς, επιβαρύνθηκαν με ξεχωριστό «δασμό φαιντανύλης» 20% στις κινεζικές εισαγωγές στις αρχές του 2025, που μειώθηκε στο 10% τον Νοέμβριο πριν επίσης ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το μερίδιο της Κίνας στις αμερικανικές εισαγωγές υπολογιστών κατέρρευσε από 26% το 2024 σε 4% το 2025, με την αξία να περιορίζεται σε περίπου 11 δισ. δολάρια – λιγότερο από το ένα τρίτο του προηγούμενου έτους και πολύ κάτω από το ρεκόρ των 61 δισ. δολαρίων του 2021.
Την ίδια στιγμή, οι συνολικές εισαγωγές υπολογιστικού εξοπλισμού στις ΗΠΑ εκτοξεύθηκαν στα 251 δισ. δολάρια από 140 δισ. δολάρια το 2024. Οι εισαγωγές από την Ταϊβάν ανέβηκαν από 26 δισ. σε πάνω από 85 δισ. δολάρια και από το Μεξικό σχεδόν διπλασιάστηκαν στα 90 δισ. δολάρια, με Βιετνάμ και Ταϊλάνδη επίσης να σημειώνουν ισχυρές αυξήσεις. Αυτό εγείρει ερωτήματα για πιθανές πρακτικές επανεξαγωγής κινεζικών προϊόντων μέσω τρίτων χωρών, τις οποίες η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει.
Παραδοσιακοί κλάδοι και νέοι κερδισμένοι
Η αποδυνάμωση της Κίνας δεν περιορίζεται στην τεχνολογία. Στα παιχνίδια, τα είδη γυμναστικής και αθλητισμού, όπου ιστορικά κατείχε πάνω από 80% του αμερικανικού εισαγωγικού μεριδίου, η αξία των εισαγωγών έπεσε κάτω από 19 δισ. δολάρια το 2025 από 30 δισ. δολάρια το 2024, με το μερίδιο να περιορίζεται στο 53%. Στις κονσόλες βιντεοπαιχνιδιών, το κινεζικό μερίδιο κατέρρευσε από 86% σε περίπου ένα τέταρτο.
Στα ενδύματα, υποδήματα και υφάσματα, οι εισαγωγές από την Κίνα μειώθηκαν από σχεδόν 36 δισ. δολάρια σε 24 δισ. δολάρια, αντιστοιχώντας πλέον σε περίπου 20% της αγοράς, έναντι 42% πριν από μια δεκαετία. Στα πλαστικά προϊόντα, η Κίνα παραμένει ο μεγαλύτερος προμηθευτής με σχεδόν 15 δισ. δολάρια και μερίδιο 21%, αν και συνεχίζει να χάνει έδαφος έναντι Καναδά, Μεξικού και Βιετνάμ.
Σε άλλες κατηγορίες ηλεκτρονικού εξοπλισμού, όπως οθόνες βίντεο και ηχητικά συστήματα (ηχεία, μικρόφωνα), οι εισαγωγές από την Κίνα μειώθηκαν από 12 δισ. σε 6 δισ. δολάρια. Παρόμοιες μειώσεις καταγράφονται σε ηλεκτρικές θερμάστρες, μπαταρίες αποθήκευσης ενέργειας, έπιπλα, φωτιστικά και κλινοσκεπάσματα, όπου το Βιετνάμ και το Μεξικό εμφανίζονται ως βασικοί ωφελημένοι. Ακόμη και στα φαρμακευτικά προϊόντα, οι εισαγωγές από την Κίνα υποχώρησαν στα 5,4 δισ. δολάρια από σχεδόν 8 δισ. δολάρια, αντιπροσωπεύοντας πλέον λιγότερο από 3% των αμερικανικών φαρμακευτικών εισαγωγών.
Για την Κίνα, η εικόνα συνθέτει μια σταδιακή αλλά γενικευμένη απώλεια θέσης στην αμερικανική αγορά. Για την παγκόσμια οικονομία, σηματοδοτεί μια νέα γεωοικονομική αρχιτεκτονική, όπου η παραγωγή αναδιατάσσεται προς μια ευρύτερη ομάδα χωρών της Ασίας και της αμερικανικής ηπείρου, υπό το βάρος δασμών, γεωπολιτικού ρίσκου και στρατηγικής «αποσύνδεσης» μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου.
Σχόλιο
: Η αμερικανική στροφή μακριά από την Κίνα δεν είναι συγκυριακή, αλλά δομική: ακόμη και μερική άρση δασμών, οι επιχειρήσεις έχουν ήδη επενδύσει σε νέες αλυσίδες εφοδιασμού, ενισχύοντας Βιετνάμ, Ινδία, Ταϊβάν και Μεξικό. Για την Ευρώπη –και την Ελλάδα– το μήνυμα είναι σαφές: ο παγκόσμιος χάρτης παραγωγής ηλεκτρονικών και καταναλωτικών αγαθών αναδιανέμεται και όποιος δεν τοποθετηθεί έγκαιρα, θα βρεθεί απλός παρατηρητής μιας βαθιάς γεωοικονομικής αναδιάταξης.






