ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά μιλούν διαρκώς για «σύγκλιση», αλλά οι στρατηγικές τους παραμένουν ασύμβατες. Το αποτέλεσμα είναι στασιμότητα, προσωπικές φιλοδοξίες και καμία πειστική πρόταση εξουσίας απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Πάνω από δύο χρόνια μετά την εκλογική παγίωση της κυριαρχίας της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο χώρος της κεντροαριστεράς εξακολουθεί να καταγγέλλει τον κατακερματισμό του, χωρίς όμως να κάνει το παραμικρό για να τον υπερβεί. Τα προσκλητήρια σε «προοδευτικά μέτωπα» και «συνεργασίες» ανακυκλώνονται σε δηλώσεις και συνεντεύξεις, αλλά όταν φτάνει η ώρα των αποφάσεων, κάθε κόμμα επανέρχεται στην κομματική του αυτάρκεια.
ΠΑΣΟΚ: ρητορική αυτονομίας, χαμηλή απήχηση
Η χθεσινή κατάθεση ξεχωριστών πορισμάτων για την εξεταστική του ΟΠΕΚΕΠΕ από ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ-Νέα Αριστερά, παρά τις κοινές διαπιστώσεις, ανέδειξε ξανά το βασικό παράδοξο. Υπάρχει αντικειμενική θεματική σύγκλιση, αλλά πολιτική βούληση για θεσμοθετημένη συμπόρευση δεν υπάρχει.
Η Χαριλάου Τρικούπη έχει διατυπώσει καθαρά τη δική της εκδοχή «κοινού μετώπου»: οι υπόλοιπες προοδευτικές δυνάμεις να στοιχηθούν πίσω από το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη. Με τα σημερινά ποσοστά του κόμματος, αυτή η πρόταση δεν είναι ελκυστική ούτε προς τα έξω, ούτε εντός του ίδιου του ΠΑΣΟΚ, όπου η εσωκομματική αντιπολίτευση έχει τυπικά παγώσει τις φιλοδοξίες της μέχρι το συνέδριο, αλλά όχι και τις αμφιβολίες της για την ικανότητα του σχήματος να ανατρέψει τους συσχετισμούς.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιμένει στη γραμμή της «αυτονομίας» και στην –πλέον δυσδιάκριτη– αφήγηση περί εκλογικής νίκης, ακόμα και «με μία ψήφο». Με αιχμηρές αναφορές σε «Μεσσίες» και σε όσους «πούλησαν μπιρ παρά τα κόκκινα δάνεια στα funds», αποκλείει τόσο τον Αλέξη Τσίπρα όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ ως αξιόπιστους εταίρους. Το συνέδριο, στο οποίο έχει τον έλεγχο των συσχετισμών, μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό εσωτερικής νομιμοποίησης παρά με αφετηρία νέας στρατηγικής.
ΣΥΡΙΖΑ – Νέα Αριστερά: ευχολόγια συνεργασίας, υπαρξιακή αγωνία
Στην άλλη πλευρά, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά επιχειρούν μια δύσκολη επαναπροσέγγιση μετά το σοκ της εμφάνισης Κασσελάκη. Η κοινοβουλευτική συνεργασία Φάμελλου – Χαρίτση σε σειρά πρωτοβουλιών, όπως στον ΟΠΕΚΕΠΕ, γίνεται υπό τη σκιά δημοσκοπήσεων που φέρνουν τον ΣΥΡΙΖΑ να παλεύει οριακά για την είσοδο στη Βουλή και τη Νέα Αριστερά εκτός αυτής.
Ο Σωκράτης Φάμελλος επαναλαμβάνει το κλασικό αφήγημα περί ανάγκης «συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων» ώστε να υπάρξει εναλλακτική κυβέρνηση. Όμως η απουσία σαφούς σχεδίου, η εκκρεμότητα των κινήσεων του Αλέξη Τσίπρα για το νέο του κόμμα και οι ανοιχτές εσωτερικές πληγές καθιστούν το κάλεσμα περισσότερο ευχολόγιο παρά ρεαλιστικό οδικό χάρτη.
Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση του Παύλου Πολάκη, ο οποίος, ενώ δηλώνει ότι «ο μόνος χώρος που μπορεί καθοριστικά να συμβάλει» είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, επιτίθεται τόσο στον Τσίπρα («επιτροπές σοφών») όσο και στην τωρινή ηγεσία («προσωπικός ναρκισσισμός»). Με τη φράση του «ο γάμος θέλει δύο» και την επισήμανση ότι το ΠΑΣΟΚ «σταθερά λέει όχι», ουσιαστικά κηρύσσει λήξαν το αφήγημα περί άμεσης προοδευτικής σύγκλισης.
Στρατηγικό κενό απέναντι στη Νέα Δημοκρατία
Το κοινό νήμα που διαπερνά ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά είναι η αδυναμία τους να απαντήσουν στο βασικό ερώτημα των ψηφοφόρων: ποια είναι η συγκεκριμένη, αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνηση απέναντι στη Νέα Δημοκρατία; Αντί για κοινό πρόγραμμα και σαφή προεκλογική δέσμευση, κυριαρχούν τα προσωπικά στοιχήματα, οι εσωκομματικές ισορροπίες και οι αμοιβαίες καχυποψίες.
Έτσι, η κεντροαριστερά παραμένει σε ένα ιδιότυπο limbo: όλοι μιλούν για συνεργασία, κανείς δεν αναλαμβάνει το πολιτικό ρίσκο που απαιτείται για να γίνει. Μέχρι να αλλάξει αυτό, η μονοκρατορία της Νέας Δημοκρατίας δεν απειλείται ουσιαστικά, όσο κι αν οι επιμέρους «προοδευτικές» φωνές καταγγέλλουν την πολιτική της.
Σχόλιο
: Η κεντροαριστερά εγκλωβίζεται σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος: κάθε ηγεσία υπερασπίζεται τη δική της μικρή επικράτεια, αδυνατώντας να δει το προφανές – χωρίς προεκλογικό πλαίσιο συνεργασίας και κοινό κυβερνητικό σχέδιο, ο κατακερματισμός παγιώνεται και η Νέα Δημοκρατία διατηρεί, σχεδόν ανενόχλητη, το στρατηγικό πλεονέκτημα.






