Περίπου 400.000 μη μισθωτοί κινδυνεύουν να χάσουν την πλήρη ασφαλιστική τους κάλυψη από 1η Μαρτίου λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τον e-ΕΦΚΑ. Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας ζητά άμεση νέα ρύθμιση έως 120 δόσεις και αύξηση του ορίου οφειλής για τη διατήρηση ασφαλιστικής ικανότητας.
Σήμα κινδύνου για τον ασφαλιστικό αποκλεισμό εκατοντάδων χιλιάδων επαγγελματιών εκπέμπει το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας (ΒΕΑ), με αφορμή τη λήξη της προθεσμίας ρύθμισης οφειλών προς τον e-ΕΦΚΑ και την απώλεια της πλήρους ασφαλιστικής ικανότητας από το τέλος Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με το Επιμελητήριο, περίπου 400.000 ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες οδηγούνται από την 1η Μαρτίου 2026 σε ουσιαστικό αποκλεισμό από την πλήρη υγειονομική κάλυψη, λόγω ληξιπρόθεσμων εισφορών.
Λήξη προθεσμίας και απώλεια ασφαλιστικής ικανότητας
Η προθεσμία για εξόφληση ή ρύθμιση των οφειλών έληξε στις 31 Ιανουαρίου 2026. Όσοι δεν κατάφεραν να τακτοποιήσουν τα χρέη τους χάνουν την ασφαλιστική τους ικανότητα από τις 28 Φεβρουαρίου και δεν δικαιούνται πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για το νέο ασφαλιστικό έτος. Τυπικά, διατηρούν πρόσβαση στις δημόσιες δομές υγείας μέσω ενεργού ΑΜΚΑ, όμως με περιορισμούς στις παροχές και αυξημένη ταλαιπωρία.
Ο πρόεδρος του ΒΕΑ, Κωνσταντίνος Δαμίγος, υπογραμμίζει ότι «τέσσερις στους δέκα μη μισθωτούς βρίσκονται αντιμέτωποι με την απώλεια της πλήρους ασφαλιστικής τους κάλυψης», χαρακτηρίζοντας το μέτρο όχι απλώς διοικητικό, αλλά «κοινωνική και οικονομική επιλογή με σοβαρές επιπτώσεις».
Όπως σημειώνει, ζητείται από επαγγελματίες που έχουν περάσει διαδοχικά από δεκαετή κρίση, πανδημία, ενεργειακή αναταραχή και παρατεταμένη ακρίβεια «να εξοφλήσουν σωρευμένα χρέη ετών μέσα από ένα ασφυκτικό πλαίσιο 24 ή 48 δόσεων», κάτι που, κατά το ΒΕΑ, «δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά το διογκώνει».
Αίτημα για 120 δόσεις και υψηλότερο όριο οφειλής
Το Επιμελητήριο ζητά άμεσα νέα, «ρεαλιστική και γενναία» ρύθμιση οφειλών έως 120 δόσεις, προσαρμοσμένη στις δυνατότητες κάθε οφειλέτη, με κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια, ώστε να μπορέσουν «χιλιάδες επαγγελματίες να παραμείνουν ενεργοί, να διατηρήσουν τις επιχειρήσεις τους και τις θέσεις εργασίας».
Παράλληλα, θέτει θέμα αύξησης του ορίου οφειλής των 100 ευρώ, πάνω από το οποίο χάνεται η ασφαλιστική ικανότητα. Το σημερινό όριο χαρακτηρίζεται «παράλογο και κοινωνικά άδικο», καθώς μπορεί να στερήσει την πλήρη υγειονομική κάλυψη για μικροποσά που συχνά προκύπτουν από πραγματική αδυναμία και όχι από πρόθεση ασυνέπειας.
Το ΒΕΑ επισημαίνει ότι η απώλεια πλήρους κάλυψης μεταφράζεται σε περιορισμένη πρόσβαση σε συμβεβλημένους ιατρούς, μεγαλύτερες αναμονές, γραφειοκρατία και πρόσθετη επιβάρυνση για επαγγελματίες ήδη πιεσμένους από το ενεργειακό κόστος, την ακρίβεια και το συνολικό φορολογικό-ασφαλιστικό βάρος.
Προειδοποίηση για τον παραγωγικό ιστό
Το Επιμελητήριο καλεί τα συναρμόδια υπουργεία να επανεξετάσουν άμεσα το ισχύον πλαίσιο, προειδοποιώντας ότι η απώλεια ασφαλιστικής ικανότητας για τόσο μεγάλο αριθμό μη μισθωτών δεν αποτελεί εργαλείο δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλά «παράγοντα περαιτέρω οικονομικής ασφυξίας». Τονίζει ότι η στήριξη των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων «δεν μπορεί να εξαντλείται σε διακηρύξεις», αλλά απαιτεί «ουσιαστική παρέμβαση, πριν χιλιάδες επαγγελματίες βρεθούν αντιμέτωποι όχι μόνο με οικονομικό, αλλά και με υγειονομικό αδιέξοδο».
Καταλήγοντας, το ΒΕΑ υπογραμμίζει ότι «η ανάπτυξη δεν επιτυγχάνεται με αποκλεισμούς, αλλά με δεύτερες ευκαιρίες και πολιτικές που κρατούν ζωντανό τον παραγωγικό ιστό της χώρας», δίνοντας σαφές πολιτικό στίγμα στη συζήτηση για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές σε ένα περιβάλλον υψηλών πιέσεων για αυτοαπασχολούμενους και πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση του ΒΕΑ δείχνει ότι η συζήτηση για τις ρυθμίσεις οφειλών δεν είναι πλέον μόνο δημοσιονομική, αλλά βαθιά παραγωγική και κοινωνική. Ένα πλαίσιο που οδηγεί σε μαζικό αποκλεισμό από την πλήρη υγειονομική κάλυψη ενέχει τον κίνδυνο να αποδυναμώσει περαιτέρω τον κορμό των μικρών επιχειρήσεων, την ώρα που η οικονομία χρειάζεται σταθερή, μεσαία τάξη επαγγελματιών. Η κυβέρνηση θα κληθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη τήρησης κανόνων και στην πραγματικότητα μιας αγοράς που ακόμη «κουβαλά» τα βάρη της προηγούμενης δεκαετίας.






