Η Εσθονία εμφανίζεται πρόθυμη να συζητήσει με τις ΗΠΑ ρόλο ασφαλείας στα Στενά του Ορμούζ. Το Ταλίν προβάλλει την εξειδίκευσή του σε ναρκαλιεία, υπό την προϋπόθεση εκεχειρίας.
Η Εσθονία αναδεικνύεται σε έναν από τους λίγους ευρωπαϊκούς συμμάχους που εμφανίζονται ανοιχτοί να συζητήσουν με την Ουάσιγκτον πιθανή συμβολή στην ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, την ώρα που ο πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν κλιμακώνει τις εντάσεις και αναστατώνει τις αγορές ενέργειας.
Πρόθυμη, αλλά χωρίς επίσημο αίτημα
Ο Εσθονός υπουργός Άμυνας Χάνο Πέβκουρ δήλωσε ότι βρίσκεται σε επαφές στην Ουάσιγκτον με Αμερικανούς αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων τον αναπληρωτή σύμβουλο εθνικής ασφάλειας Άντι Μπέικερ και στρατιωτική ηγεσία, μεταφέροντας το μήνυμα: «Είμαστε έτοιμοι να μιλήσουμε». Διευκρίνισε ωστόσο ότι μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει επίσημο αμερικανικό αίτημα προς το Ταλίν για συμμετοχή σε επιχειρήσεις.
Ο Πέβκουρ παρέπεμψε στην ευρύτερη έκκληση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς τους συμμάχους του ΝΑΤΟ για συνδρομή. «Όταν ο πρόεδρος λέει κάτι τέτοιο, τότε οφείλουμε τουλάχιστον να είμαστε ανοιχτοί στη συζήτηση, για να καταλάβουμε τι μπορούμε να κάνουμε μαζί ώστε να λυθεί η κατάσταση», σημείωσε, υιοθετώντας προσεκτική αλλά θετική στάση.
Εξειδίκευση σε ναρκαλιεία και πολιτική προϋπόθεση
Η Εσθονία, με μακρά παράδοση σε ναυτικές επιχειρήσεις εκκαθάρισης ναρκών στη Βαλτική, προβάλλει την τεχνογνωσία της ως πιθανή συνεισφορά. Ο Πέβκουρ ανέφερε ότι η χώρα θα μπορούσε να συνδράμει σε αποναρκοθέτηση, κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο μετά τις αναφορές πως το Ιράν τοποθετεί νάρκες στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαύλους μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως.
Παράλληλα, έθεσε σαφή πολιτική προϋπόθεση: «Όταν μιλάμε, για παράδειγμα, για αποναρκοθέτηση, πρέπει να υπάρχει εκεχειρία». Χωρίς παύση των εχθροπραξιών, η συμμετοχή σε επιχειρήσεις καθαρισμού ναρκών θα ήταν επιχειρησιακά και πολιτικά εξαιρετικά περίπλοκη.
Διχασμένη Δύση και πίεση Τραμπ
Η στάση της Εσθονίας ξεχωρίζει σε ένα περιβάλλον έντονης διστακτικότητας από μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Καναδάς και Αυστραλία έχουν αποκλείσει στρατιωτική συνδρομή για την ασφάλεια των Στενών, ενώ άλλοι σύμμαχοι, όπως η Ιαπωνία, εξετάζουν με νομικό σκεπτικισμό ακόμη και την αποστολή πλοίων συνοδείας εμπορικών σκαφών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επιτεθεί δημοσίως σε συμμάχους που, όπως είπε, «δεν θα κάνουν τίποτα για εμάς, ειδικά σε στιγμή ανάγκης», ενώ ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ χαρακτήρισε τον πόλεμο με το Ιράν «μονομερή» ενέργεια που υπονομεύει τη διεθνή τάξη. Πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αντιδρούν στο γεγονός ότι η Ουάσιγκτον δεν διαβουλεύθηκε με την ΕΕ ή το ΝΑΤΟ πριν εξαπολύσει τα πλήγματα στα τέλη Φεβρουαρίου.
Ρίσκα για την ευρωπαϊκή συνοχή
Ο Πέβκουρ αποφεύγει να πάρει θέση στις επικρίσεις μεταξύ συμμάχων, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη διατήρησης της ενότητας: «Είναι σημαντικό να κρατήσουμε την ενότητα, γιατί όταν τη χάσουμε, αυτό είναι ακριβώς που η Ρωσία προσπαθεί να πετύχει τις τελευταίες δεκαετίες». Η φράση αυτή φωτίζει τον εσθονικό προβληματισμό: πώς θα στηριχθεί ο βασικός σύμμαχος, οι ΗΠΑ, χωρίς να διαρραγεί η συνοχή της ευρωπαϊκής πλευράς του ΝΑΤΟ.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Σταμπ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης «συμφωνίας πακέτου»: ευρωπαϊκή στρατιωτική στήριξη για την ασφάλεια των Στενών έναντι αμερικανικής δέσμευσης να στηρίξει μια αποδεκτή για την Ευρώπη ειρηνευτική λύση στην Ουκρανία. Ένα τέτοιο σενάριο θα μετέτρεπε τα Στενά του Ορμούζ σε διαπραγματευτικό χαρτί στην ευρύτερη γεωπολιτική σκακιέρα.
Σχόλιο
: Η Εσθονία επιχειρεί λεπτή ισορροπία: ως μικρό, μεθοριακό προς τη Ρωσία κράτος, δεν μπορεί να αγνοήσει την πίεση της Ουάσιγκτον, αλλά ούτε να υπονομεύσει την ευρωπαϊκή ενότητα. Η προσφορά τεχνικής, περιορισμένης συνδρομής (ναρκαλιεία, υπό εκεχειρία) της επιτρέπει να εμφανιστεί αξιόπιστος σύμμαχος, χωρίς να εμπλακεί σε πλήρη πολεμική αποστολή. Για την Ευρώπη συνολικά, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ λειτουργεί ως τεστ στρατηγικής αυτονομίας: αν δεν μπορεί να διαμορφώσει κοινή στάση σε μια σύγκρουση που επηρεάζει άμεσα τις ενεργειακές της ροές, η εξάρτησή της από τις αμερικανικές επιλογές θα παραμείνει δομική.






