Η αμερικανική Palantir σύρει στα δικαστήρια το μικρό ελβετικό περιοδικό Republik, απαιτώντας εκτενές «δικαίωμα απάντησης». Η υπόθεση εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τον εκφοβισμό ΜΜΕ από πολυεθνικούς τεχνολογικούς κολοσσούς.
Μια υπόθεση που ξεκίνησε ως ερευνητικό ρεπορτάζ για την παρουσία της Palantir στην Ελβετία εξελίσσεται σε εμβληματική σύγκρουση ανάμεσα σε έναν αμερικανικό τεχνολογικό γίγαντα και ένα μικρό, αναγνωστών-χρηματοδοτούμενο περιοδικό. Η Palantir, γνωστή για τα λογισμικά ανάλυσης δεδομένων που χρησιμοποιούνται από κυβερνήσεις και υπηρεσίες ασφαλείας, έχει προσφύγει σε ελβετικό εμπορικό δικαστήριο κατά του περιοδικού Republik, ζητώντας να δημοσιευθεί εκτενές κείμενο απάντησης στο πλαίσιο του ελβετικού «δικαιώματος απάντησης».
Η έρευνα που ενόχλησε την Palantir
Αφετηρία της σύγκρουσης ήταν μια πολύμηνη έρευνα της ανεξάρτητης ερευνητικής κολεκτίβας WAV σε συνεργασία με το Republik. Οι δημοσιογράφοι, έπειτα από 59 αιτήματα πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, παρά την εγκατάσταση «ευρωπαϊκού κόμβου» της Palantir στο Άλτεντορφ, η εταιρεία δεν κατάφερε να αποκτήσει ουσιαστικό αποτύπωμα στην ελβετική αγορά.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η Palantir προσέγγισε επανειλημμένα ελβετικές αρχές: από την καγκελαρία κατά την περίοδο της πανδημίας Covid-19 για υπηρεσίες ανάλυσης δεδομένων, έως τον ελβετικό στρατό και τον τότε υπουργό Οικονομικών. Η γενική εικόνα, ωστόσο, ήταν μιας πολυετούς, επίμονης προσπάθειας πωλήσεων που δεν οδήγησε σε γνωστές κρατικές συμβάσεις. Όπως σημειώνει η ρεπόρτερ Αντριέν Φίχτερ, ήταν «η πρώτη φορά που γράφτηκε για την Palantir ιστορία αποτυχίας».
Η έρευνα έτυχε σημαντικής διεθνούς απήχησης, άνοιξε συζήτηση στη Γερμανία, προκάλεσε αντιδράσεις Βρετανών βουλευτών για τις σχέσεις της Palantir με το Λονδίνο και τιμήθηκε με το ελβετικό βραβείο διαφάνειας «Prix Transparence 2025».
Η νομική αντεπίθεση και ο φόβος εκφοβισμού
Η Palantir αντέδρασε έντονα, υποστηρίζοντας ότι το άρθρο παρουσιάζει «ψευδή και παραπλανητική αφήγηση» για την εταιρεία, διαστρεβλώνει κυβερνητική έκθεση και δημιουργεί την εντύπωση ότι η τεχνολογία της είναι υπερβολικά ακριβή. Η εταιρεία ισχυρίζεται πως η έρευνα μετατρέπει «εννέα συναντήσεις σε επτά χρόνια» –τις οποίες θεωρεί φυσιολογική διερεύνηση αγοράς– σε «επιθετική και σκοτεινή εκστρατεία πωλήσεων».
Επικαλούμενη το ελβετικό δίκαιο για το δικαίωμα απάντησης, ζητεί τη δημοσίευση εκτενούς κειμένου, το οποίο –κατά τους δημοσιογράφους– υπερβαίνει κατά πολύ τον ρόλο μιας σύντομης, πραγματολογικής διόρθωσης. «Τηρήσαμε πλήρως τα δημοσιογραφικά στάνταρ και κάναμε εξονυχιστικό fact-checking. Η λίστα αλλαγών που ζητούν είναι παράλογη· μοιάζει με εκστρατεία εκφοβισμού», τονίζει η ρεπόρτερ Μαργκερίτ Μάγερ.
Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων κάνει λόγο για «απόπειρα εκφοβισμού με στόχο την αποθάρρυνση κάθε κριτικής ανάλυσης των δραστηριοτήτων της Palantir». Οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι εκτιμούν ότι η εταιρεία χτυπά ένα μικρό, ανεξάρτητο μέσο θεωρώντας πως θα το κουράσει και θα το αποσπάσει από άλλες έρευνες.
Το διακύβευμα για την ελευθερία του Τύπου στην Ευρώπη
Ο ειδικός στο δίκαιο των ΜΜΕ και αρχισυντάκτης του ελβετικού περιοδικού Beobachter, Ντομινίκ Στρέμπελ, υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα απάντησης στην Ελβετία είναι σαφώς οριοθετημένο: πρέπει να είναι σύντομο και να περιορίζεται στα πραγματικά περιστατικά του δημοσιεύματος. Η δικαστική διαμάχη, όπως εξηγεί, δεν αφορά το αν το Republik έκανε λάθος, αλλά αν η Palantir μπορεί να επιβάλει τη δική της εκδοχή των γεγονότων δίπλα σε εκείνη του περιοδικού και αν το μέσο υποχρεούται να τη δημοσιεύσει.
Η υπόθεση εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση για τις λεγόμενες SLAPP αγωγές – καταχρηστικές νομικές ενέργειες μεγάλων εταιρειών ή ισχυρών προσώπων με στόχο τη φίμωση κριτικών φωνών μέσω κόστους και ψυχολογικής πίεσης. Εάν τα δικαστήρια δικαιώσουν μια τόσο εκτεταμένη χρήση του δικαιώματος απάντησης, ο κίνδυνος για τα μικρά, ερευνητικά μέσα είναι να αυτολογοκρίνονται κάθε φορά που αγγίζουν τα συμφέροντα πολυεθνικών.
Πέρα από την ίδια την Palantir, το μήνυμα προς την ευρωπαϊκή δημοσιογραφία είναι κρίσιμο: κατά πόσο τα μέσα μπορούν να ερευνούν την αποτυχία ή την εμπορική στρατηγική ισχυρών τεχνολογικών ομίλων χωρίς να απειλούνται με δαπανηρές και χρονοβόρες δίκες;
Σχόλιο
: Η κίνηση της Palantir λειτουργεί ως προειδοποιητική βολή προς κάθε μικρό, ερευνητικό μέσο που αγγίζει την εμπορική ή στρατηγική της εικόνα. Ακόμη κι αν η εταιρεία επικαλείται τυπικά το δικαίωμα απάντησης, η έκταση και η επιθετικότητα της νομικής της στάσης παραπέμπουν σε κλασική SLAPP τακτική: δεν επιδιώκει μόνο διόρθωση, αλλά έλεγχο του αφηγήματος. Για την Ευρώπη, η υπόθεση είναι τεστ αντοχής των θεσμικών εγγυήσεων υπέρ της ελευθερίας του Τύπου απέναντι σε παγκόσμιους τεχνολογικούς παίκτες με σχεδόν απεριόριστους πόρους.






