Στην τέταρτη εβδομάδα του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, η πίεση στην ιρανική κοινωνία δεν μετριέται μόνο σε πυραυλικά πλήγματα, καταστροφές και απώλειες. Μετριέται και στο ταμείο της αγοράς, στο κλειστό κινητό τηλέφωνο, στο άδειο ηλεκτρονικό κατάστημα, στο νοικοκυριό που βλέπει τις τιμές να ανεβαίνουν και το εισόδημά του να εξαφανίζεται. Για εκατομμύρια Ιρανούς, η καθημερινότητα έχει μετατραπεί σε άσκηση επιβίωσης μέσα σε μια οικονομία που ήδη βρισκόταν σε αποσύνθεση πριν ξεσπάσει ο πόλεμος.
Η εικόνα στην Τεχεράνη και στις άλλες μεγάλες πόλεις είναι ενδεικτική. Η αγορά λειτουργεί υποτονικά, η κατανάλωση έχει βυθιστεί και πολλοί μικροεπαγγελματίες μιλούν για τζίρους που φτάνουν μόλις στο ένα τρίτο των φυσιολογικών επιπέδων για την περίοδο του Nowruz, δηλαδή για τη σημαντικότερη εμπορική περίοδο του έτους. Εκεί που παραδοσιακά οι δουλειές κορυφώνονταν, σήμερα κυριαρχεί η αβεβαιότητα. Οι επιχειρηματίες δεν ξέρουν αν θα ανοίξουν μετά τις γιορτές με πελάτες, με εμπόρευμα ή με πρόσβαση στο διαδίκτυο.
Το οικονομικό πρόβλημα του Ιράν δεν ξεκίνησε με τον σημερινό πόλεμο. Η χώρα κουβαλά εδώ και χρόνια το βάρος ενός συνδυασμού κακοδιαχείρισης, διαφθοράς, αποτυχημένων πολιτικών και ασφυκτικών κυρώσεων. Όμως η σύγκρουση λειτουργεί σαν επιταχυντής κατάρρευσης. Η αγοραστική δύναμη των πολιτών έχει διαβρωθεί δραματικά, οι καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας σπανίζουν και το κόστος ζωής ανεβαίνει με ρυθμούς που ξεπερνούν την αντοχή των νοικοκυριών.
Ο επίσημος πληθωρισμός βρισκόταν ήδη σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, ενώ στα τρόφιμα η αύξηση των τιμών είχε πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Σε τέτοιο περιβάλλον, κάθε νέο σοκ μετατρέπεται σε κοινωνικό πρόβλημα. Το κράτος ανακοινώνει αυξήσεις στον κατώτατο μισθό και κάποιες περιορισμένες επιδοτήσεις, αλλά στην πράξη αυτά τα μέτρα μοιάζουν σταγόνα στον ωκεανό. Όταν οι τιμές τρέχουν ταχύτερα από τα εισοδήματα, η φτώχεια δεν μειώνεται. Απλώς κρύβεται για λίγο πίσω από λογιστικές ανακοινώσεις.
Στα μικρά καταστήματα η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Οι πολίτες πλέον δεν ψωνίζουν, υπολογίζουν. Μπαίνουν, ξανακοιτούν τις τιμές, κάνουν πράξεις στο κινητό ή στο χαρτί, κόβουν προϊόντα από τη λίστα, αναβάλλουν αγορές. Αυτό δεν είναι απλώς ένδειξη ακρίβειας. Είναι ένδειξη κοινωνίας που έχει περάσει από την κανονική κατανάλωση στη διαχείριση έλλειψης.
Πέρα από την ακρίβεια, ένα ακόμη στοιχείο βαραίνει ασφυκτικά την οικονομική και ψυχολογική κατάσταση: το παρατεταμένο blackout του διαδικτύου. Με περισσότερο από 90 εκατομμύρια πολίτες ουσιαστικά αποκομμένους από το παγκόσμιο ίντερνετ για σχεδόν έναν μήνα, η ζημιά δεν είναι μόνο πολιτική ή επικοινωνιακή. Είναι άμεσα οικονομική. Χιλιάδες μικρές online επιχειρήσεις έχουν μείνει χωρίς έσοδα, χωρίς πρόσβαση στους πελάτες τους και χωρίς τρόπο να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους.
Στο Ιράν της τελευταίας περιόδου, το διαδίκτυο δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν πλατφόρμα εργασίας. Για πολλούς νέους, γυναίκες, μικρούς εμπόρους και δημιουργούς περιεχομένου, εφαρμογές όπως το Instagram και το Telegram ήταν κυριολεκτικά το κατάστημά τους. Όταν το κράτος κατεβάζει τον διακόπτη, δεν επιβάλλει μόνο έλεγχο πληροφορίας. Κλείνει επιχειρήσεις. Κόβει εισοδήματα. Σπρώχνει ανθρώπους στην απόγνωση.
Η πίεση δεν περιορίζεται στην αγορά. Χιλιάδες οικογένειες έχουν φύγει προσωρινά από την Τεχεράνη και άλλα μεγάλα αστικά κέντρα, αναζητώντας ασφάλεια. Αυτό σημαίνει πρόσθετο κόστος, κατανάλωση αποταμιεύσεων και ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα για το μέλλον. Όσοι είχαν ένα μικρό οικονομικό μαξιλάρι, το τρώνε. Όσοι δεν είχαν, βυθίζονται ακόμη πιο γρήγορα.
Την ίδια ώρα, οι αρχές εντείνουν τον έλεγχο και στο εσωτερικό οικονομικό πεδίο. Κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων, αναστολές λειτουργίας επιχειρήσεων, τιμωρητικές παρεμβάσεις σε πρόσωπα και εταιρείες που θεωρούνται πολιτικά ύποπτες ή εχθρικές προς το καθεστώς, ενισχύουν το κλίμα ανασφάλειας. Σε μια οικονομία που ήδη ασφυκτιά, το μήνυμα είναι ωμό: το κράτος δεν ζητά μόνο πειθαρχία, ζητά και σιωπή.
Αυτό είναι ίσως το πιο σκοτεινό στοιχείο της τρέχουσας κρίσης. Ο πόλεμος δεν χτυπά μόνο τις υποδομές. Χτυπά και την κοινωνική δυνατότητα προσαρμογής. Σε κανονικές συνθήκες, οι άνθρωποι επιβιώνουν επειδή βρίσκουν εναλλακτικές: αλλάζουν δουλειά, μετακινούνται, κάνουν μικρές επιχειρήσεις, στηρίζονται στην ψηφιακή οικονομία, αξιοποιούν αποταμιεύσεις ή οικογενειακά δίκτυα. Όταν όμως υπάρχει πόλεμος, υψηλός πληθωρισμός, παρατεταμένο blackout, πολιτική καταστολή και αβεβαιότητα παντού, τότε αυτές οι βαλβίδες ασφαλείας κλείνουν μία-μία.
Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία εξαντλημένη. Όχι μόνο από τη βία, αλλά από τη διαρκή αίσθηση ότι δεν υπάρχει ορατή έξοδος. Δεν ξέρει κανείς πότε θα επιστρέψει το διαδίκτυο, πότε θα σταματήσουν τα πλήγματα, πότε θα σταθεροποιηθούν οι τιμές, πότε θα μπορεί να λειτουργήσει μια επιχείρηση χωρίς φόβο. Και όταν λείπει ο χρονικός ορίζοντας, λείπει και η εμπιστοσύνη.
Η ιρανική κοινωνία δεν βρίσκεται απλώς σε εμπόλεμη κατάσταση. Βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής αποστράγγισης. Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί εξίσου κρίσιμο με οποιοδήποτε στρατιωτικό μέτωπο.
SBC Σχόλιο
Ο πόλεμος στο Ιράν δεν καταστρέφει μόνο στόχους.
Καταστρέφει κύκλους ζωής, εισόδημα, εμπιστοσύνη και κοινωνική αντοχή.
Όταν μια οικονομία είναι ήδη γονατισμένη, ο πόλεμος δεν λειτουργεί ως έκτακτο σοκ. Λειτουργεί ως τελικός επιταχυντής αποσύνθεσης.
Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο: όχι η έκρηξη, αλλά η παρατεταμένη φθορά.







