Οι ανατιμήσεις σε ενέργεια και λιπάσματα μεταφέρονται με καθυστέρηση 6-12 μηνών στα τρόφιμα, προειδοποιεί ο Στέφανος Φωτίου. Το πραγματικό ρίσκο για την Ευρώπη δεν είναι η πείνα, αλλά η διάβρωση της αγοραστικής δύναμης.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, που ήδη μετρά περίπου 1,5 μήνα, αρχίζει να μεταφράζεται σε απτές πιέσεις στην πραγματική οικονομία, με την αλυσίδα κόστους να ξεκινά από την ενέργεια και τα λιπάσματα και να καταλήγει στο ράφι των τροφίμων. Ο Δρ. Στέφανος Φωτίου, Διευθυντής του Γραφείου Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης του FAO και επικεφαλής του UN Food Systems Coordination Hub, επισημαίνει ότι οι επιπτώσεις τέτοιων συγκρούσεων αποτυπώνονται πλήρως στις τιμές τροφίμων σε ορίζοντα 6 έως 12 μηνών.
Από το κόστος παραγωγής στο καλάθι του καταναλωτή
Σύμφωνα με την ανάλυση του Δρ. Φωτίου, η αύξηση του ενεργειακού κόστους επιβαρύνει άμεσα τη βιομηχανία λιπασμάτων και τις μεταφορές, άρα και το συνολικό κόστος παραγωγής στον πρωτογενή τομέα. Αυτές οι αυξήσεις δεν μεταφέρονται ακαριαία στον καταναλωτή· χρειάζονται μήνες μέχρι να περάσουν σε όλο το μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας, από την καλλιέργεια μέχρι τη μεταποίηση και το λιανεμπόριο. Ωστόσο, όταν αποτυπωθούν, καθιστούν το «καλάθι» ολοένα και πιο δυσβάσταχτο, ειδικά σε μια περίοδο όπου τα εισοδήματα δεν ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό ανόδου.
Ο ίδιος χαρακτηρίζει υπερβολικό το αφήγημα «θα πεινάσουμε» για την Ευρώπη, υπογραμμίζοντας ότι δεν τίθεται άμεσο ζήτημα φυσικής επάρκειας τροφίμων, αλλά έντονο πρόβλημα πρόσβασης λόγω τιμών. Η πραγματική απειλή είναι η διάβρωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, η οποία προκαλεί κοινωνικές εντάσεις και εντείνει τις ανισότητες.
Μαθήματα από την Ουκρανία και η νέα ΚΑΠ
Η εμπειρία της κρίσης στην Ουκρανία ανέδειξε δομικές αδυναμίες στα συστήματα τροφίμων, από την εξάρτηση από συγκεκριμένους προμηθευτές μέχρι την ευαλωτότητα των αλυσίδων εφοδιασμού σε γεωπολιτικά σοκ. Παρά τα μέτρα που ελήφθησαν τότε, πολλές από αυτές τις αδυναμίες παραμένουν, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα, ο οποίος καλείται να επενδύσει ταυτόχρονα σε ανθεκτικότητα, πράσινη μετάβαση και ψηφιακό εκσυγχρονισμό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική αποκτά κρίσιμο χαρακτήρα. Η πρόκληση είναι να σχεδιαστούν κίνητρα που θα στηρίξουν τους παραγωγούς απέναντι στο αυξημένο κόστος, χωρίς να υπονομευθεί η επισιτιστική ασφάλεια και η βιωσιμότητα. Η εξισορρόπηση ανάμεσα στην περιβαλλοντική φιλοδοξία και την οικονομική βιωσιμότητα των αγροτών θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την ανθεκτικότητα της Ευρώπης στις μελλοντικές κρίσεις τιμών τροφίμων.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Φωτίου λειτουργεί ως ψύχραιμη αποδόμηση της ρητορικής καταστροφής: δεν απειλείται η φυσική επάρκεια τροφίμων, αλλά η οικονομική πρόσβαση σε αυτά. Για την Ελλάδα, όπου ο πρωτογενής τομέας παραμένει κατακερματισμένος και ενεργοβόρος, το μήνυμα είναι σαφές: χωρίς στοχευμένες παρεμβάσεις σε κόστος παραγωγής, υποδομές και πρόσβαση σε χρηματοδότηση, κάθε νέο γεωπολιτικό σοκ θα μεταφράζεται σε ένα ακόμη, βαθύτερο κύμα ακρίβειας στο σούπερ μάρκετ.






