Βρετανία: Ο Στάρμερ υπόσχεται «επανεκκίνηση» σχέσεων με την Ευρώπη

Ο Κιρ Στάρμερ πηγαίνει στην πρώτη του σύνοδο κορυφής της ΕΕ με ατζέντα αποκατάστασης εμπιστοσύνης. Στο εσωτερικό, όμως, πιέζεται από σκληρή κριτική για το Brexit και τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών.

Η πρώτη μεγάλη ευρωπαϊκή δοκιμασία του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ έρχεται στη σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου ο επικεφαλής των Εργατικών δηλώνει αποφασισμένος να «ξαναχτίσει» τη σχέση Λονδίνου–Βρυξελλών και να χαράξει «νέα πορεία για τη Βρετανία». Η ρητορική του σηματοδοτεί απόσταση από την περίοδο του Brexit, αλλά και προσπάθεια να συνδυάσει εξομάλυνση με τις Βρυξέλλες χωρίς να ανοίξει μέτωπο με τους ψηφοφόρους που φοβούνται μια de facto επιστροφή στην ΕΕ.

Τι σημαίνει «επανεκκίνηση» στις σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου – ΕΕ;

Η δέσμευση Στάρμερ για «επανεκκίνηση» πρακτικά μεταφράζεται σε αναζήτηση στενότερης συνεργασίας σε εμπόριο, ασφάλεια, ενέργεια και μετανάστευση, μέσα όμως στο πλαίσιο της υπάρχουσας Συμφωνίας Εμπορίου και Συνεργασίας. Το Λονδίνο επιδιώκει βελτιώσεις στους τελωνειακούς ελέγχους, στα πρότυπα προϊόντων και στις ρυθμίσεις για τις υπηρεσίες, ώστε να μειωθούν τα κόστη που προκάλεσε το Brexit στις επιχειρήσεις και τις αλυσίδες εφοδιασμού.

Από την πλευρά της, η ΕΕ δείχνει διατεθειμένη να ακούσει προτάσεις, αλλά όχι να ανοίξει συνολική αναδιαπραγμάτευση. Η ισορροπία θα είναι λεπτή: περισσότερη σύγκλιση σημαίνει οικονομικά οφέλη, αλλά και πολιτικό κόστος για έναν πρωθυπουργό που πρέπει να αποδείξει ότι «σέβεται» το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, ενώ ταυτόχρονα διορθώνει τις πιο ορατές οικονομικές και θεσμικές παρενέργειές του.

Στόχος ο περιορισμός του «κόστους Brexit» χωρίς ανατροπή του πλαισίου

Στην ομιλία του, ο Στάρμερ κατηγόρησε τον Νάιτζελ Φάρατζ ότι «πήρε τη Βρετανία στο ψιλό» με το Brexit, το οποίο –όπως είπε– «μας έκανε φτωχότερους» και δεν μείωσε, αλλά ενίσχυσε τις μεταναστευτικές ροές. Η κριτική αυτή δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά και οικονομική: αναγνωρίζει έμμεσα ότι η αποσύνδεση από την ενιαία αγορά επιβάρυνε την παραγωγικότητα, τις εξαγωγές και την ελκυστικότητα του Λονδίνου ως χρηματοοικονομικού κέντρου.

Ωστόσο, ο Βρετανός πρωθυπουργός δεν προτείνει επιστροφή στην ενιαία αγορά ή στην τελωνειακή ένωση, επιλογές που θα είχαν σαφείς θετικές επιπτώσεις στο εμπόριο αλλά και υψηλό πολιτικό ρίσκο. Αντί γι’ αυτό, επιδιώκει μια «τεχνική» προσέγγιση: στοχευμένες ρυθμιστικές διευκολύνσεις, ενισχυμένη συνεργασία σε τομείς όπως η έρευνα, η άμυνα και η ενέργεια, καθώς και πιο δομημένο διάλογο για τη μετανάστευση. Πρόκειται για στρατηγική σταδιακής σύγκλισης, που μπορεί να αποδώσει μακροπρόθεσμα, αλλά δεν δίνει γρήγορες νίκες στο εσωτερικό.

Εσωτερική πίεση: δύσκολες τοπικές εκλογές και άνοδος του Φάρατζ

Ο Στάρμερ αναγνώρισε ότι τα αποτελέσματα των πρόσφατων τοπικών εκλογών ήταν «πολύ σκληρά», σπεύδοντας να διαβεβαιώσει ότι δεν θα «αποχωρήσει, βυθίζοντας τη χώρα στο χάος». Η δήλωση αυτή δείχνει ότι η κυβέρνηση αισθάνεται την πίεση τόσο από τη Δεξιά –με την ενίσχυση του κόμματος Reform UK του Φάρατζ– όσο και από ψηφοφόρους που περίμεναν ταχύτερη βελτίωση στο κόστος ζωής και στις δημόσιες υπηρεσίες.

Η άνοδος του Φάρατζ λειτουργεί ως μόνιμη υπενθύμιση ότι κάθε κίνηση προσέγγισης με την Ευρώπη μπορεί να καταγγελθεί ως «υπονόμευση του Brexit». Αυτό περιορίζει το περιθώριο του Στάρμερ να προχωρήσει σε πιο τολμηρές θεσμικές πρωτοβουλίες με τις Βρυξέλλες, ακόμη κι αν γνωρίζει ότι η μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή προοπτική της Βρετανίας εξαρτάται από πιο σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο συνεργασίας με την ΕΕ.

Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την Ευρώπη και την αρχιτεκτονική της

Η προσπάθεια «επανασύνδεσης» Λονδίνου–Βρυξελλών δεν αφορά μόνο το εμπόριο, αλλά και τη μελλοντική θεσμική αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Εάν η Βρετανία καταφέρει να διαμορφώσει ένα σταθερό μοντέλο στενής συνεργασίας εκτός ΕΕ, αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για άλλες ευρωπαϊκές χώρες που διστάζουν απέναντι στην πλήρη ενοποίηση, αλλά επιδιώκουν στενότερη σύνδεση με την ενιαία αγορά και τις πολιτικές ασφάλειας.

Για την Ένωση, η πρόκληση είναι να κρατήσει ενιαίο το πλαίσιο κανόνων, αποφεύγοντας ένα μωσαϊκό «ειδικών καθεστώτων» που θα αποδυνάμωνε την εσωτερική συνοχή. Η στάση απέναντι στη Βρετανία θα στείλει μήνυμα και προς υποψήφιες προς ένταξη χώρες, αλλά και προς κράτη-μέλη όπου ενισχύονται ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις: πόσο «ευέλικτη» μπορεί να είναι η ΕΕ χωρίς να διαβρώσει τον πυρήνα της;

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, μια πιο προβλέψιμη και συνεργατική σχέση Ηνωμένου Βασιλείου–ΕΕ σημαίνει σταδιακή μείωση αβεβαιότητας σε κρίσιμους τομείς: τουρισμό, ναυτιλία, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και επενδύσεις. Η σταθεροποίηση του θεσμικού πλαισίου μπορεί να διευκολύνει τόσο τις ελληνικές εξαγωγές προς το Ηνωμένο Βασίλειο, όσο και τη ροή Βρετανών επισκεπτών και συνταξιούχων, που αποτελούν σημαντικό τμήμα της ζήτησης για ελληνικά ακίνητα και τουριστικές υπηρεσίες. Παράλληλα, ένα πιο στενό –αλλά εκτός ΕΕ– μοντέλο συνεργασίας ίσως λειτουργήσει ως εργαστήριο για πιο ευέλικτες μορφές οικονομικής ολοκλήρωσης, από τις οποίες η Ελλάδα μπορεί να αντλήσει θεσμικά διδάγματα για τη διασύνδεση με τρίτες αγορές στην Ανατολική Μεσόγειο.

#ΗνωμενοΒασιλειο #Starmer #Brexit #ΕυρωπαϊκηΕνωση

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.